Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

MΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Η ΚΑΛΗ ΧΕΡΑ



                                             ΜΑΝΟΛΗΣ   ΜΙΧ.  ΔΑΚΑΝΑΛΗΣ
                                                        Πρώην Αγρονόμος

                               Μ  Υ  Θ  Ι  Σ  Τ  Ο  Ρ  Η  Μ  Α
                            Η   Κ Α Λ Η    Χ  Ε  Ρ  Α

       Ο παρακάτω μύθος που περιγράφω είναι μια πραγματική ιστορία η οποία εξελίχτηκε  στα ιστορικά και ξακουστά Ανώγεια Μυλοποτάμου στα τέλη του 1961 με αρχές του 1962. Την ιστορία αυτή την έκανα μυθοπλασία , γιατί οι περισσότεροι πρωταγωνιστές και  κομπάρσοι έχουν ήδη φύγει από τη ζωή. Θα χρησιμοποιήσω μόνο τα μικρά τους ονόματα για ευνόητους λόγους..
      Τα Ανώγεια είναι  ένα ορεινό χωριό (745 μέσο υψόμετρο)  κτισμένο στις βόρειες πλαγιές του Γέρο Ψηλορείτη. Κύριο επάγγελμα των κατοίκων ήταν από ανέκαθεν η κτηνοτροφία, ακολουθούν η γεωργία και διάφορα άλλα μικρά επαγγέλματα. Ωσάν τους Δωριείς της Πίνδου οι βοσκοί παλεύουν μαζί με τα αιγοπρόβατα τους τα ακραία καιρικά φαινόμενα για να επιβιώσουν. Διέσχιζαν κακοτράχαλα, φαράγγια, λαγκαδιές, άλλοτε κυνηγημένοι από τον εχθρό και άλλοτε  να κυνηγούν οι ίδιοι τον εχθρό. ΄Ετσι σιγά-σιγά δημιούργησαν ένα τραχύ χαρακτήρα, ατσάλωσαν την ψυχή τους, απέκτησαν ελεύθερο πνεύμα, πείσμα, αυταπάρνηση, ηρωισμό, αγάπη στην ελευθερία και έγιναν ανυπόταχτοι στον εκάστοτε καταχτητή. Αποτέλεσμα  τρία ολοκαυτώματα  το 1822, το 1868 από τους Τούρκους και η κορυφαία πράξη Αντίστασης η ολοκληρωτική καταστροφή των Ανωγείων το 1944 από τους Γερμανούς.
       Για να αποφύγουν κάθε χειμώνα τα ακραία καιρικά φαινόμενα του Ψηλορείτη και για  να γλιτώσουν  τα κοπάδια τους τα πήγαιναν  και συνεχίζουν να τα πηγαίνουν στα χειμαδιά σε διάφορα σημεία της Κρήτης. Οι μεταφορές των ποιμνίων γίνονταν με τα πόδια  και άρχιζαν από το μέσα του Νοέμβρη μέχρι τα μέσα του Δεκέμβρη, πριν πέσουν τα πρώτα χιόνια. Επέστρεφαν  στον Ψηλορείτη  συνήθως πριν από το Πάσχα για να  γιορτάσουν τις άγιες αυτές μέρες μαζί με τις οικογένειες τους. Οι μεταφορές αυτές ήταν πολύ δύσκολες, γιατί συναντούσαν στο δρόμο κακοκαιρίες, παγερές  μέρες και νύχτες.  Ανάλογα με την απόσταση του χειμαδιού χρειάζονταν μέχρι και 15 μέρες να πάνε και άλλες τόσες να γυρίσουν.  Μετά το 1966 άρχισε το κράτος να επιδοτεί τη μεταφορά των προβάτων με αυτοκίνητα και έτσι ξέφυγαν οι βοσκοί από αυτές τις μεγάλες ταλαιπωρίες. Σήμερα γίνονται οι μετακινήσεις αυτές  εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων  (κοντινά χειμαδιά) με αυτοκίνητα, φυσικά χωρίς επιδότηση.
       Ο μύθος που καταγράφω αναφέρεται στη μεταφορά ενός προβατοποίμνιου από τα Ανώγεια με προορισμό του « Ροβίθι το Μετόχι», που βρίσκεται στις βόρειες πλαγιές του όρους « Σελένα» μεταξύ Μαλίων και της Ιεράς Μονής Σεληνάρι.
      Ο Μανόλης ήταν μόλις 14 ετών μαθητής της  τρίτης τάξης του Γυμνασίου το 1961.΄Ακουσε τον πατέρα του  Μιχάλη  στις 23 του Δεκέμβρη , να του ανακοινώνει ότι την επόμενη των Χριστουγέννων μαζί με το θείο του τον Πέτρο θα μεταφέρουν το ποίμνιο στου «Ροβίθι το Μετόχι» έξω από τα Μάλια.
      Ο Μανόλης αιφνηδιάστηκε με τη δύσκολη εργασία που του ανέθετε ο πατέρας του, γιατί ήταν μικρός, χειμώνας με κακοκαιρίες και τα πρόβατα ήταν πολλά. Περιθώρια άρνησης δεν υπήρχαν, γιατί ο πατέρας του ήταν δύσκολος, αυταρχικός και η εκάστοτε επιθυμία του ήταν διαταγή, που έπρεπε οπωσδήποτε να εκτελεστεί. Τα χρόνια κείνα υπήρχε άλλη αντίληψη από τους περισσότερους πατεράδες στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Για παράδειγμα αν ο Μανόλης έλεγε του πατέρα του, ότι τον χτύπησε η δασκάλα, θα έτρωγε τις χρονιάς του από πάνω με τη δικαιολογία, ότι κάτι κακό θα έκανε στη δασκάλα. Παρά του ότι ο πατέρας του ήταν γραμματέας στο Δήμο Ανωγείων, υπήρχε μεγάλη οικονομική στενότητα και χρήματα δεν υπήρχαν  για να πληρώσει κάποιο άτομο να πάει στα πρόβατα. Γενικά  τα χρόνια κείνα δεν υπήρχαν δουλειές, τα χρήματα ήταν πολύ λίγα και πάρα πολλοί Ανωγειανοί έφευγαν για εργάτες στην Αθήνα, στη Γερμανία στο Βέλγιο και σε άλλα κράτη.
     O κτηνοτρόφος της οικογένειας ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Μανόλη Γιώργης 19 χρόνων . Δεν ήθελε γράμματα παρά το ότι ήταν καλός μαθητής και επέμενε να γίνει βοσκός. Ο πατέρας του δεν μπόρεσε να τον αποτρέψει από την απόφαση του, κατά βάθος όμως τον ήθελε βοσκό, γιατί και  αυτός αγαπούσε πολύ τα αιγοπρόβατα. Κάθε δραχμή που του περίσσευε  τη διέθετε για αγορά ζώων και στα 18 του χρόνια ο Γιώργης είχε πάνω από  διακόσια αιγοπρόβατα. Την  εποχή αυτή ήταν τρόφιμος των φυλακών της Αλικαρνασσού μαζί τον πρώτο του ξάδερφο Μανώλη, γιατί είχαν διαπράξει μαζί  μια ζωοκλοπή  και έπεσαν στα δίκτυα της Χωροφυλακής.
     Η ζωοκλοπή  στην Κρήτη έχει βαθιές τις ρίζες της από την εποχή της Ενετοκρατίας και διατηρήθηκε διαχρονικά από τότε ίσαμε σήμερα. Οι ορεινοί κατέβαιναν στα πεδινά και έκλεβαν τους καταχτητές για εκδίκηση. Όταν όμως αυτονομήθηκε η Κρήτη, οι ορεινοί συνέχιζαν να κλέβουν τους Κατωμερίτες ή Πασπαρίτες ( αυτοί που κατοικούν κυρίως στα πεδινά) Κρητικούς όπως τους αποκαλούσαν. Οι νέοι βοσκοί για να τους υπολογίζουν οι άλλοι έπρεπε να κλέβουν και την πράξη αυτή τη θεωρούσαν παλικαριά. Οι κοπέλες από τη μεριά τους, ήθελαν το βοσκό που θα παντρεύονταν να κλέβει, να δαγκάνει, γιατί έτσι αισθάνονταν ασφάλεια.
      Ο Μανόλης είπε τα κάλαντα με το φίλο του Λευτέρη και εισέπραξαν γύρω στις 50 δραχμές. Δεν πέρασε όμως και τόσο ευχάριστα  Χριστούγεννα , αναλογιζόμενος  τις κακουχίες  και την κούραση που θα περνούσε τις μέρες μεταφοράς του ποιμνίου. Τον έπιασε μια κατήφεια και κυριαρχούσαν μέσα του διάφορα δικαιολογημένα συναισθήματα και φόβοι.
       Για τη γιορτή του Μανόλη η μητέρα του Βιργινία του έκανε λουκουμάδες, συνήθιζαν  να τους προσφέρουν στ Ανώγεια στις γιορτές. Παράλληλα του έφτιαχνε την παραδοσιακή Ανωγειανή βούργια, μέσα στην οποία έβαζε  πολλά  ρούχα,  ταχταδένιες σταφίδες (ποικιλία σταφυλιών) και άλλα εφόδια , για να περάσει με περισσότερη άνεση τις δύσκολες μέρες που τον περίμεναν στο ταξίδι.
      Η μητέρα του Μανόλη Βιργινία ήταν  μια ήσυχη καλοσυνάτη γυναίκα βαθιά θρησκευόμενη η οποία δεν ήθελε το κακό σε κανένα. Νήστευε όλες τις σαρακοστές και τα τετραδοπάρασκα ( Τετάρτη και Παρασκευή) μαζί με την μεγαλύτερη κόρη της Ελευθερία η οποία ήταν νοσοκόμα στον πρώτο Υγειονομικό Σταθμό που ιδρύθηκε στ Ανώγεια το 1955.
     Νωρίς το πρωί την επόμενη των Χριστουγέννων βρέθηκαν όλοι στο πόδι για το ξεκίνημα του ποιμνίου. Τον Πέτρο και το Μανόλη ακολούθησαν μερικά άτομα για βοήθεια  και να τους ξεπροβοδίσουν για το χειμαδιό. Ευτυχώς η μέρα ήταν καλή και δημιουργήθηκε στο Μανόλη μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Ο τελευταίος χαιρετισμός και οι ευχές των συγγενών για καλό ταξίδι έγινε στη θέση « Κυλιστός» περίπου τέσσερα χιλιόμετρα από τ Ανώγεια, χωρίς να παίξουν μπαλωθιές, όπως συνηθίζονταν τις ώρες αυτές. Ο αποχωρισμός των βοσκών από τις οικογένειες τους  κρατούσε περίπου τέσσερις  μήνες και έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στη στιγμή αυτή του αποχωρισμού. Στο χωριό δεν επέστρεφαν παρά μόνο για πολύ σοβαρούς λόγους.
       Ο Πέτρος ήταν τότε περίπου σαράντα χρονών παντρεμένος με τη Θεονύμφη πρώτη θεία του Μανόλη ( αδελφή του πατέρα του) και είχε τρία  μικρά παιδιά  το Βασίλη, τη Μαρία και το Μανώλη. ΄Ήταν πολύ εργασιομανής το πρωί ήταν στα πρόβατα, το μεσημέρι τον έβλεπες στις καλλιέργειες και το βράδυ ξανά στα πρόβατα. Ο τύπος του ήταν ευχάριστος, είχε σχεδόν πάντα κέφια και την ώρα που καβαλίκευε το γάιδαρο τραγουδούσε Κρητικούς σκοπούς και  Ερωτόκριτο. Γνώριζε  απέξω πολλά και μεγάλα αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο. Οι σχέσεις του Μανόλη με το θείο Πέτρο ήταν άριστες. Πολλές φορές είχαν κάνει μαζί παρέα στον Ψηλορείτη κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, περνούσαν καλά και του έδινε χρήσιμες συμβουλές. Ταίριαζαν σε πολλά πράγματα, ενώ ο Πέτρος δεν του χαλούσε σχεδόν ποτέ χατίρι.
      Το ποίμνιο ήταν περίπου 200 μεγάλα πρόβατα τα περισσότερα από τα οποία ήταν νερόγεννα ( είχαν γεννήσει πρόσφατα) και μαζί με τα αρνάκια ξεπερνούσαν τα 350. Πιστός σύντροφος και συνεργάτης του Πέτρου και του Μανόλη ήταν ένας δυνατός γάιδαρος που τον αποκαλούσαν «Παλιογαϊδούρα». Φόρτωσαν σ αυτόν όλα τα εφόδια για το ταξίδι, δυο μεγάλα τσουβάλια και τους γαμπάδες (καπότα μάλλινα πατητά που τα έβαζαν οι βοσκοί) και ότι άλλο είχαν.  Πάνω στο σαμάρι είχαν κάνει μεγάλο χώρο για να βάζουν τα μικρά αρνάκια που κουράζονταν στο δρόμο. Η παλιογαϊδούρα είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στις μετακινήσεις του ποιμνίου, γιατί το δρομολόγιο αυτό το έκανε για πολλά χρόνια δυο φορές το χρόνο. Πήγαινε πάντα μπροστά σαν αρχηγός του ποιμνίου, ενώ πίσω του ακολουθούσαν τα πρόβατα. Η δουλειά που πρόσφερνε  ήταν πολύτιμη.
        Το δρομολόγιο κύλισε κανονικά, μερικά αρνάκια κουράστηκαν και τα βάλανε πάνω στο σαμάρι. Λίγο πριν τη δύση του ηλίου είχαν φθάσει στη θέση  «Σκασολίβαδο» στο Σπαστήρα έξω από την Τύλισο, ήταν το μέρος που θα κάνανε διανυκτέρευση. Οδήγησαν τα πρόβατα λίγο πιο πάνω στο βουνό και ξεφόρτωσαν τα εφόδια στη γέφυρα του επαρχιακού δρόμου που οδηγεί στα  Ανώγεια.
        Κόνεψαν κάτω από τη γέφυρα, στην οποία από τη βόρεια πλευρά οι περαστικοί βοσκοί είχαν βάλει πέτρες και την είχαν κάνει  πρόχειρη κατοικία. Δεν περνούσε  μεγάλο ρέμα κάτω από τη γέφυρα και μόνο σε μεγάλη πλημμύρα κατέβαζε νερό.
      Στο ίδιο μέρος έφθασε ακόμα ένα πιο μεγάλο ποίμνιο από τ Ανώγεια με οδηγούς τα αδέλφια Σωκράτη και Αντώνη εικοσάρηδες και πάνω στην ηλικία  και συγκατοικήσανε μαζί τους. Δείπνησαν όλοι μαζί πριν από το τελευταίο φως για να βλέπουν,  το μενού ήταν παξιμάδι, ελιές, τυρί και παστές ρέγκες.
       Στο Μανόλη μάλλον άρεσε το κονάκι που θα κοιμόταν όλοι μαζί, γιατί υπήρχε προφύλαξη από το κρύο και τη βροχή. Τα δυο αδέλφια απουσίασαν για κάμποση ώρα και όταν επέστρεψαν στο κονάκι έφεραν μαζί τους πορτοκάλια και μανταρίνια για επιδόρπιο μετά το δείπνο. Περίσσεψαν μερικά και τα φύλαξαν για την επόμενη μέρα. Φόρεσαν όλοι τους γαμπάδες και έπεσαν πάνω στις στρωματιές από αστιβίδες  (αγκαθωτοί θάμνοι) που είχαν τοποθετήσει άλλοι βοσκοί και κοιμήθηκαν γλυκά μέχρι το πρωί.
      Πολύ νωρίς το πρωί σηκώθηκαν, πλύθηκαν και πήραν το πρωινό τους, που αποτελούνταν από τα ίδια τρόφιμα με το δείπνο. Φόρτωσαν τα εφόδια στην παλιογαϊδούρα,  μπήκε όπως πάντα μπροστά και  πήραν το δρόμο.
     ΄Οσα αυτοκίνητα έρχονταν από το αντίθετο μέρος σταματούσαν και περνούσαν τα πρόβατα, ενώ όσα έφθαναν από πίσω έπρεπε ο Πέτρος ή ο Μανόλης να οδηγήσουν τα ζώα στη δεξιά μεριά του δρόμου, τους έκαναν τόπο και περνούσαν τα οχήματα.
     ΄Οσο προχωρούσαν όλο και περισσότερα αρνάκια κουράζονταν και  κάθονταν στο δρόμο, έτσι αναγκαστικά τα έβαζαν στο σαμάρι. Κάποια στιγμή έφθασε να έχουν  στο σαμάρι πάνω από δέκα αρνάκια. Στις στάσεις τα κατέβαζαν, τα έπαιρναν οι μητέρες τους και τα βύζαιναν. Αρκετές προβατίνες γεννούσαν στο δρόμο,  καθυστερούσανε αρκετά  την εκκίνηση μέχρι να σταθούν στα πόδια τους τα μικρά, να καταλάβουν τη νέα ζωή και να τα βυζάξουν οι μητέρες τους. Εάν τα αρνάκια δυσκολεύονταν στο περπάτημα η λύση ήταν το σαμάρι. Μπορούμε να πούμε, ότι το σαμάρι της παλιογαϊδούρας ήταν ένα μικρό και ασφαλές πάρκο για τα αρνάκια.
      Με το τελευταίο φως της ημέρας είχαν φθάσει  στη χαλέπα των Κεφαλογιάννηδων  στη σημερινή Αγία Μαρίνα, τότε  ήταν Μετόχι και είχε ελάχιστα σπίτια. Στη διάρκεια του δείπνου ο Πέτρος ανακοίνωσε στο Μανόλη, ότι θα περνούσαν τα πρόβατα τη νύχτα μέσα από το Ηράκλειο, επειδή η κυκλοφορία  αυτοκινήτων ήταν μικρή. Ο Μανόλης δεν ήταν προετοιμασμένος για νυκτερινή πορεία και ξαγρύπνι, περίμενε να κοιμηθούν και να ξεκουραστούν. Δεν είπε όμως τίποτα στο θείο του, αλλά συγχρόνως σκέφτηκε ότι είχε δίκιο! Πως άλλωστε θα περνούσαν την ημέρα τα πρόβατα μέσα από το Ηράκλειο με τόση κίνηση οχημάτων και ανθρώπων, έτσι συμφιλιώθηκε με την απόφαση του θείου του.
      Γύρω στα μεσάνυχτα με την παλιογαϊδούρα μπροστά οδηγούσαν τα πρόβατα πάνω στη λεωφόρο των 62 Μαρτύρων . Πράγματι τα αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα λόγω του προχωρημένου της ώρας και οι οδηγοί έδειχναν απόλυτη κατανόηση. Το σχέδιο του Πέτρου εφαρμόζονταν απόλυτα  χωρίς προβλήματα Ενώ φθάνανε  στη Χανιόπορτα ο σκοπός χωροφύλακας τους συνέστησε να  μη βάλουν τα πρόβατα από την κεντρική λεωφόρο Καλοκαιρινού, αλλά να πάνε από την οδό Πλαστήρα.
     Πέρασαν από το Πανάνειο Νοσοκομείο που τότε λειτουργούσε και έκαναν στάση στην Καινούρια Πόρτα στο κομμένο μπεντένι. Ο Πέτρος σταμάτησε δίπλα σε ένα περίπτερο και ο Μανόλης  στην απέναντι πλευρά να ξεκουραστούν. Δεν πέρασε λίγη ώρα και ο Πέτρος πλησίασε το Μανόλη και του γέμισε τις τσέπες σοκολάτες, καραμέλες και μπισκότα. Ο Μανόλης άρχισε να τρώει με μεγάλη βουλιμία, όλα αυτά που του έδωσε ο θείος του μέχρι που χόρτασε. Του είπε ο Πέτρος, ότι ο περιπτεράς δεν είχε κλείσει καλά το παράθυρο του περιπτέρου, χώρεσε το χέρι του μέσα και πήρε ότι έφτανε. Δεν πέρασαν όμως λίγα λεπτά και ο χωροφύλακας της βάρδιας που έφθασε, τους έδωσε εντολή να φύγουνε αμέσως με το ποίμνιο, γιατί θα τους προλάβει η μέρα πριν βγούνε από το Ηράκλειο.
     Ξεκίνησαν αμέσως, πέρασαν από το δεύτερο Γυμνάσιο κατηφόρισαν στην Ανάληψη και μπήκαν στη Λεωφόρο  Ικάρου με κατεύθυνση τη Νέα Αλικαρνασσό. Νύχτα ακόμα έφθασαν στα χωράφια έξω από Τεχνική Σχολή και τη Σχολή  Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού. ΄Ολα τότε  τα χωράφια στην περιοχή ήταν κενά και ακαλλιέργητα, σήμερα εκεί είναι πόλη. Είχανε αποκάνει όλοι, βοσκοί, πρόβατα και ξάπλωσαν αμέσως κάτω στο χωράφι. Δεν τους είχε πάρει καλά-καλά ο ύπνος και ο σαλπιχτής της σχολής βαρούσε εγερτήριο. Ο Πέτρος άρχισε να  σιγοτραγουδά  λέγοντας: « Φαντάρο, φαντάρο που πας, πάρε την καραβάνα σου και άμε να φας…».  Μαζί με τους στρατιώτες κάνανε εγερτήριο οι βοσκοί, τα πρόβατα και η παλιογαϊδούρα.
      Το πρωινό τους ήταν πιο πλούσιο, ενισχυμένο με σοκολάτες και μπισκότα. Μπροστά τους  διαγράφονταν μια πολύ δύσκολη μέρα, γιατί ήταν κουρασμένοι και είχαν μείνει  άγρυπνοι. Βαδίζοντας σπάνω στην παλαιά Εθνική οδό ( η καινούργια δεν υπήρχε) συνάντησαν  μεγάλη κίνηση αυτοκινήτων, που προέρχονταν από το Νομό Λασιθίου και την Αμερικάνικη Βάση των Γουρνών. Δεν προλάβαιναν να κάνουν χώρο στα αυτοκίνητα να περνούν, τη μια  έτρεχαν δεξιά, την άλλη αριστερά και πίσω, έτσι έκαναν το δρόμο δυο και τρεις φορές, ευτυχώς που οι οδηγοί ήταν συνεργάσιμοι.
    Τα αρνάκια κουράστηκαν πολύ και κάθε δέκα μέτρα ξάπλωναν στο δρόμο, δεν άντεχαν τα καημένα μόλις γεννιόταν έπρεπε να τρέχουν. Αναγκάστηκαν να κόψουν  λεπτές βίτσες από λυγαριές, να τα χτυπούνε ελαφρά στα  οπίσθια για να τρέχουν. Το σαμάρι όμως της παλιογαϊδούρας  γέμισε από  αρνάκια. Ευτυχώς που ο Πέτρος είχε φτιάξει αυτή την πατέντα πάνω στο σαμάρι, διαφορετικά τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα.
      Τα μεσημέρια δεν έτρωγαν, ο Μανόλης κάθε πρωί έβαζε σταφίδες στην τσέπη του και όποτε αισθάνονταν πείνα έτρωγε κάμποσες. Οι σταφίδες του έδιναν δύναμη, ήταν ένα είδος ντοπαρίσματος και αποδείχτηκαν σωτήριες.
       Το ταξίδι ήταν ατέλειωτο μέχρι να φθάσουν στον επόμενο σταθμό διανυκτέρευσης  στη θέση « Κοψά». Φθάνοντας εκεί ήταν κατάκοποι, οδήγησαν τα πρόβατα πάνω στο βοσκότοπο, τα οποία  αμέσως ξάπλωσαν στο έδαφος, καθώς είχαν αποκάμει  από την κούραση. Ξεφορτώσανε  την παλιογαϊδούρα, που  είχε κουραστεί πολύ από το βαρύ φορτίο που κουβαλούσε  στην πλάτη της για σαράντα  περίπου ώρες και κάθισαν σε ένα βραχάκι να ξαποστάσουν.
       Ο Μανόλης ρώτησε τον  θείο Πέτρο που θα κοιμηθούν απόψε, γιατί και αυτός με τη σειρά του ένοιωθε αφάνταστα κουρασμένος και εξαντλημένος. Ο θείος του απάντησε, ότι δεν ξέρει ακόμα και απομακρύνθηκε προς τα πρόβατα
      Δεν υπήρχε κανένα κατάλυμα στην περιοχή και οι ανησυχίες του Μανόλη ήταν έντονες, δεν άντεχε άλλο. Λειτούργησε μέσα του το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και άρχισε να ψάχνει μια απάνεμη γωνιά ή ένα μεγάλο χαράκι να βγάλει τη βραδιά στη ρίζα του. Καθώς έψαχνε  είδε σε μικρή απόσταση ένα πέτρινο παλιό κτίσμα που το χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί. Η χαρά του ήταν μεγάλη, πήγε αμέσως και διαπίστωσε ότι το σπιτάκι είχε να χρησιμοποιηθεί αρκετό καιρό. ΄Ήταν όμως για την περίσταση τους η καλύτερη επιλογή, βρήκε κοντά στο δρόμο χαρτόκουτες, τις άπλωσε στο δάπεδο και εξασφάλισε  γιατάκι και για τους δύο.
       Μόλις είχε τελειώσει ο Μανόλης την εργασία αυτή, άκουσε τον  Πέτρο να  του λέει από μακριά, ότι θα τους φιλοξενήσουν στο σπίτι που είχαν ενοικιασμένο τα αδέλφια Σωκράτης και Αντώνης, γιατί το χειμαδιό τους ήταν εκεί που σταματήσανε. Τα πρόβατα τους είχαν μεγαλύτερα αρνάκια και προπορεύονταν πολύ  πιο μπροστά από αυτούς.
       Στο σπίτι βρήκανε και τον πατέρα των νεαρών Βασίλη, που τους καλωσόρισε  και τους πρόσταξε να καθίσουν. Συζήτησαν διάφορα θέματα και  κατέληξαν όπως πάντα στα πρόβατα. Μετά ακολούθησε το δείπνο  με τα συνηθισμένα  φαγητά, την μονοτονία των οποίων διασκέδασε λίγο χοιρινό κρέας που είχε μαγειρέψει ο σπιτονοικοκύρης. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το φαγητό ο Μανόλης και όπως ήταν εξαντλημένος έβαλε τον γαμπά  και έπεσε ξερός πάνω στη στρωμαθιά με τις αστιβίδες.
      Το ξημέρωμα της επόμενης μέρας βρήκε το Μανόλη περισσότερο αισιόδοξο , γιατί είχε ξεκουραστεί και  απόλαυσε ένα πολύ καλό και γλυκό ύπνο. Η μέρα που ξημέρωσε, ήταν μουντή, αλλά δε φαίνονταν ότι θα είχαν βροχή, άρα ο καιρός ήταν σύμμαχος τους.
      Μόλις ετοίμασαν το καραβάνι χαιρέτησαν τους φίλους και βάλανε μπροστά το δρόμο. Η κυκλοφορία μέχρι την Αμερικάνικη Βάση στις Γούρνες ήταν πυκνή, μόλις πέρασαν τη βάση άρχισε να αραιώνει αισθητά. Οι αγροφύλακες που συναντούσανε στο δρόμο, ήταν φιλικοί μαζί τους,  τους συνόδευαν κάμποση ώρα, τους υποδείκνυαν σε ποια χωράφια θα σταματούν τα πρόβατα και τέλος τους εύχονταν καλό ταξίδι.
      Το απόγευμα περνούσαν από το λιμάνι της Χερσονήσου που τότε ήταν ένα μικρό χωριό, με δύο ή τρία καφενεία και ισάριθμα μπακάλικα (παντοπωλεία). Δεν υπήρχαν καθόλου  τουριστικές υποδομές ξενοδοχεία ή καταστήματα ΄Ενας κύριος βγήκε από ένα καφενείο και έκανε σύσταση του Πέτρου να προσέχουν να μην προξενήσουν ζημιές. Πιο πέρα ρώτησε ο Μανόλης το θείο του ποιος ήταν αυτός και του είπε ο Αγρονόμος της περιοχής.
      Με το λυκόφως  πέρασαν από το εργοστάσιο τούβλων του ΜΕΤΑΞΑ  και λίγο πιο πέρα οδήγησαν τα πρόβατα στο ενδιάμεσο του δρόμου και της θάλασσας. Ξεφόρτωσαν τα εφόδια από την παλιογαϊδούρα και την έδεσαν πιο πέρα σε ένα χωράφι για να βοσκήσει .
      Τα πρόβατα ξάπλωσαν στο έδαφος και άρχισαν να  αναχαράζουν, ενώ τα μικρά βύζαιναν τις μανάδες του. Ο Πέτρος και ο Μανόλης κάθισαν κάτω έβγαλαν τις συνηθισμένες προμήθειες και άρχισαν να δειπνούν, στο τέλος ο Μανόλης έφαγε και μια σοκολάτα που του είχε απομείνει. ΄Ήταν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς μόνοι τους στην ύπαιθρο, χωρίς ζεστασιά και οικογενειακή θαλπωρή.
    Ο Μανόλης αισθάνονταν άβολα, αλλά δεν είπε τίποτα στο θείο του. Θυμήθηκε την αντίστοιχη βραδιά πριν ένα χρόνο, που βγήκε στα κάλαντα με το φίλο του τον Ανδρέα και είχαν εισπράξει πάνω από 50 δραχμές. ΄Υστερα  αναπόλησε το πλούσιο  τραπέζι  από το οποίο δεν έλειπε τίποτα στο σπίτι του γιατρού Νικολή, που είχε καλέσει την αδελφή του Ελευθερία και τον είχε πάρει μαζί της. Θυμήθηκε τα χαρτιά που έπαιξαν για το καλό του χρόνου, έπαιξε ο ίδιος και είχε κερδίσει στην τριανταμία  είκοσι δραχμές. Τέλος λιγουρεύτηκε  τη γευστικότατη  βασιλόπιτα που έφαγε για πρώτη φορά στην αλλαγή του χρόνου. ΄Υστερα άρχισε μέσα του να τραγουδά   «Πάει ο παλιός ο χρόνος …».
      Ο Πέτρος πρόσεξε ότι ο Μανόλης ήταν αφηρημένος,  για κάμποση ώρα, δεν μιλούσε και τον ρώτησε  αν έχει τίποτα. «΄Οχι του απάντησε ο  Μανόλης είμαι πολύ καλά». Από τη μεριά του ο Πέτρος φαίνονταν ευδιάθετος παρά το ότι ήταν μακριά από τη σύζυγο και τα παιδιά του τέτοια βραδιά, δεν μπορούσε  όμως να εξηγήσει ο Μανόλης την ευθυμία αυτή που είχε ο θείος. Συζήτησαν διάφορα θέματα κυρίως για την πρωτοχρονιάτικη αυριανή τους πορεία  και όπως του είπε ο θείος, το απόγευμα θα έφταναν στου «Ροβίθι το Μετόχι». Για το Μανόλη είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση, που θα γλίτωνε από το μαρτύριο που περνούσε.
       Από νωρίς το απόγευμα μαύρα σύννεφα  έρχονταν χαμηλωμένα από το βορά και προμήνυαν ότι θα είχανε νυχτοβρόχι. Κάποια στιγμή φόρεσαν τους γαμπάδες, είπαν καλή νύχτα και  έπεσαν για ύπνο ο ένας δίπλα στον άλλο. Είχαν ως στρώμα το έδαφος, σκέπη τον ουρανό με τα άστρα. και αποκοιμήθηκαν.
       Οι συχνές σταγόνες της βροχής άρχισαν να δροσίζουν το πρόσωπο του Μανόλη και ξύπνησε, πήρε από δίπλα του την ομπρέλα και την άνοιξε να μη βραχεί. Είδε ότι ο Πέτρος είχε γίνει άφαντος ,δίπλα του υπήρχε μόνο ο γαμπάς του. Ο Μανόλης δεν αιφνιδιάστικε καθόλου, έβγαλε  το συμπέρασμα , ότι ο θείος του πήγε στα Μάλια να παίξει χαρτιά και ζάρια. ΄Ήταν άνθρωπος του τζόγου και δεν θα μπορούσε μια τέτοια βραδιά να απουσιάσει από τα τυχερά παιχνίδια. Στα Μάλια ήταν  τότε γνωστό, ότι έπαιζαν πολύ ζάρι και χαρτί, συνέρρεαν  εκεί παίχτες από το Ηράκλειο και από τα  χωριά της ευρύτερης περιοχής.
     Ο Μανόλης έπρεπε να προστατέψει τα εφόδια που ήταν μέσα στα δυο τσουβάλια.  ΄Εβαλε πέτρες  κάτω στο γεφυράκι του δρόμου, γιατί έτρεχε λίγο νερό, πήρε τα τσουβάλια και τα τοποθέτησε πάνω στις πέτρες για να μη βραχούν. Δεν ήξερε καθόλου τι ώρα ήταν, γιατί ρολόι δεν είχε, τα πρόβατα όμως σάλεψαν (σηκώνονται πάντα κοντά στα μεσάνυχτα για να βοσκήσουν)  και υπολόγισε ότι ήταν περίπου μεσάνυχτα.  ΄Εκανε βόλτες πάνω στην άσφαλτο και δεν άφηνε τα πρόβατα να φύγουν. Η βροχή έπεφτε ρυθμικά πάνω στη μεγάλη ομπρέλα του και ήταν η μουσική της βραδιάς του, αφού δεν είχε άλλο καλύτερο να ακούσει. Τα πρόβατα  βόσκησαν αρκετά  και μετά ξάπλωσαν πάλι στο έδαφος να συνεχίσουν τον ύπνο τους.
      Τότε ο Μανόλης σκέφτηκε να πάει  και αυτός για ύπνο κάτω στο γεφυράκι.  Ξάπλωσε με τον γαμπά του  πάνω στα τσουβάλια με τις προμήθειες και βολεύτηκε κανονικά. Δεν πέρασε  όμως αρκετή ώρα και κατάλαβε, ότι γίνονταν ισχυρό ρεύμα ψυχρού αέρα μεταξύ του βουνού  της γέφυρας και της θάλασσας. Είχε παγώσει ολόκληρος, δεν άντεξε άλλο και προτίμησε την ύπαιθρο με τη βροχή  και τις  βόλτες στο δρόμο.
      Ενώ βολτάριζε  στο δρόμο την παγερή και βροχερή αυτή βραδιά έκανε μύριες σκέψεις, τι άλλο θα έκανε άλλωστε τέτοιες ώρες. Μεταξύ των άλλων σκέφτηκε ότι ίσως να ήταν μοναδική η περίπτωση του στην Ελλάδα, γιατί τέτοιες χρονιάρες μέρες όλοι συνήθως βρίσκονται με τις οικογένειες τους, να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο και να περάσουν ήρεμα ζεστά και οικογενειακά. Αφού έφερε στο μυαλό του πολλά και διάφορα, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι θα του μείνει αξέχαστη σε όλη του τη ζωή η  περιπετειώδης  αυτή παραμονή  της πρωτοχρονιάς.
     Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει, ενώ ούτε ένα αυτοκίνητο δεν είχε περάσει τόσες ώρες, αλλά που να πήγαινε τέτοια βραδιά αναρωτήθηκε ο Μανόλης? Οι ώρες ήταν ατέλειωτες λες και είχε σταματήσει ο χρόνος στο σημείο αυτό και δεν προχωρούσε.
     Λίγο πριν από το λυκαυγές βαρέθηκε φαίνεται η βροχή και σταμάτησε, ενώ οι πρώτες αχτίδες του κοσμογυρευτή ήλιου φάνηκαν στην ανατολή. Τα πρόβατα σηκώθηκαν, άρχισαν να θηλάζουν τα αρνάκια  και στη συνέχεια άρχισαν να βόσκουν στο χορτάρι. Από απέναντι η παλιογαϊδούρα κοίταξε κατάματα το Μανόλη σαν να τον ρωτούσε :  «Καημένε  Μανόλη και πως την έβγαλες απόψε τη βραδιά»?.
      Εκείνη τη στιγμή  σταμάτησε ένα αυτοκίνητο στο δρόμο και κατέβηκε ο Πέτρος. Καλημέρισε το Μανόλη του ευχήθηκε χρόνια πολλά με υγεία και ο Μανόλης του ανταπέδωσε τις ευχές. ΄Αρχισε αμέσως να δικαιολογείται για την αυθαίρετη απουσία του. «Μανόλη δε σου είπα τίποτα, γιατί νόμιζα, ότι θα φοβόσουνα και ήθελα να πάω οπωσδήποτε να παίξω ζάρια». O Mανόλης είπε στο θείο του: « Θείε Πέτρο δε φοβήθηκα καθόλου και αν μου το έλεγες χθες βράδυ, θα ήμουνα πιο ήσυχος». Τότε έβγαλε από την τσέπη του 50 δραχμές και του έκανε την  ΚΑΛΗ ΤΟΥ ΧΕΡΑ  είχε κερδίσει αρκετά χρήματα, ο Αϊ Βασίλης του έφερε γούρι.
      Πήραν το πρωινό τους χαλαρά και το καραβάνι ξεκίνησε με μπροστάρι την παλιογαϊδούρα. Η έλλειψη αυτοκινήτων διευκόλυνε τη μεταφορά των ζώων και ήταν η πιο  εύκολη πορεία των ημερών. Αφήσαν πίσω τους την Σταλίδα που ήταν λίγα σπίτια δεξιά και αριστερά του δρόμου και το μεσημέρι περνούσαν τον κεντρικό δρόμο των Μαλίων. ΄Ολοι οι νέοι και οι νέες ήσαν ντυμένοι με τα σκολιανά τους και έκαναν βόλτες στο δρόμο, ένα είδος νυφοπάζαρου.  Τα Μάλια ήταν ένα μεγάλο πλούσιο κεφαλοχώρι και τα κύρια προϊόντα που παρήγαγε ήταν, οι Μαλιώτικες πατάτες, το λάδι και οι μπανάνες,  ΄Ολοι τους κοίταζαν με απορία, για το πως μια τέτοια χρονιάρα μέρα βρέθηκαν στο δρόμο οι βοσκοί με τα πρόβατα. Τουριστικά μαγαζιά ή ξενοδοχεία δεν υπήρχαν τότε στην περιοχή. Τα Μάλια σήμερα μαζί με τη Χερσόνησο  είναι μεγάλα τουριστικά θέρετρα και δέχονται τουρίστες από όλο τον κόσμο. Στα Μάλια τη θερινή περίοδο τις νυχτερινές ώρες μεθυσμένοι Βρετανοί τουρίστες κάνουν άσεμνες πράξεις και  συχνά καταλήγουν στα δικαστήρια.
      Το απόγευμα βρίσκονταν πλέον πολύ κοντά στου « Ροβίθι το Μετόχι», ο Μανόλης πήρε αέρα και δυνάμεις αφού σε λίγο τέλειωναν τα βάσανα του. Από τη θέση « Ντάλμαρο» έβαλαν τα πρόβατα σε ένα αγροτικό δρόμο, τα οποία γνώρισαν το μέρος και έτρεχαν μόνα τους. Οι βοσκοί που ήταν στο χειμαδιό κατηφόρισαν, πήγαν να τους προϋπαντήσουν και να τους βοηθήσουν, άλλωστε  υπολόγιζαν την ώρα της άφιξης τους. Χαιρετιστήκανε με ευχές για καλή χρονιά  σε όλους με υγεία και χαρά.
     Στη ρίζα του βουνού στην άκρη σε ένα μεγάλο χωράφι υπήρχε ένα πέτρινο σπιτάκι με δώμα από λεπίδα.  Μια κουτσουνάρα έριχνε θολό το νερό της βροχής από το δώμα σε μια στέρνα,  το οποίο  έπιναν οι βοσκοί  και έκαναν  τις λάτρες τους. Ο Μανόλης παρατήρησε ότι μέσα στο νερό κολυμπούσαν ζωντανοί μικροοργανισμοί, έτσι όπως το έβλεπε του προκαλούσε αηδία  και ήταν έτοιμος να κάμει εμετό. Το κονάκι μέσα  ήταν κατάμαυρο από τους καπνούς του τζακιού και στη μέσα μεριά είχαν στρώσει αστιβίδες, πάνω στις οποίες  κοιμόντουσαν με τον γαμπά.  Αυτό ήταν το κονάκι η «βίλα» των βοσκών που ζούσαν για περίπου τέσσερις μήνες το χειμώνα. Σήμερα αυτό θυμίζει πολύ παλιές εποχές, θα έλεγα την εποχή των μετάλλων.
   Ο Μανόλης δήλωσε, ότι δεν μπορεί να πιει αυτό το νερό και αν δεν του φέρουν καθαρό, το πρωί θα φύγει για το χωριό. Τότε έστειλαν στα Μάλια  με το γάϊδαρο το βοσκό Μιχάλη από την Αξό  και έφερε δυο μεγάλες κανίστρες με καθαρό νερό.
    Το δείπνο μετά από τόσες μέρες ήταν «βασιλικό». Είχαν σφάξει ένα πρόβατο, το έκαναν βραστό με πιλάφι και το έφαγαν όλο με μεγάλη βουλιμία. Περάσανε μια ευχάριστη ας πούμε οικογενειακή βραδιά, κάνοντας διάφορες συζητήσεις πάνω στη μεταφορά του ποιμνίου.
     Οι βοσκοί πάντα είχαν για πρωινό μαγειρευμένο φαγητό, έτρωγαν και στη συνέχεια πήγαιναν ολημερίς τα πρόβατα για βοσκή. Το βράδυ που επέστρεφαν μαγείρευαν νέο φαγητό, δειπνούσαν, βεγγέριζαν για λίγο και έπεφταν για ύπνο. Τα βασικά φαγητά που έτρωγαν, ήταν κουκιά ξερά, ξυνόχοντρος με πατάτες γιαχνί, φασόλες ξερές, φακές, γάλα και κάπου- κάπου κρέας, πάντα έτρωγαν παξιμάδι που τους το έστελναν από το χωριό σε μεγάλες ποσότητες Ο Μανόλης τέσσερις μέρες που έκανε στο χειμαδιό πέρασε σχετικά καλά, δεν τον έβαζαν να κάνει δύσκολες δουλειές, γιατί τον θεωρούσαν μουσαφίρη (φιλοξενούμενο).
      Η ημέρα της επιστροφής έφθασε, έπρεπε να πάει στο χωριό, γιατί το Γυμνάσιο θα άνοιγε οι «διακοπές» του τέλειωσαν. Το πρωί  έβαλε τα σχολιανά  του ρούχα, που του είχε βάλει στη βούργια η μητέρα του Βιργινία, κατέβηκε στα Μάλια και με το λεωφορείο έφθασε  στο Ηράκλειο. Ο πατέρας του πέρα από τα εισιτήρια, τον είχε εφοδιάσει με ένα καλό χαρτζιλίκι για τα διάφορα άλλα έξοδα του.  Αποφάσισε  να κάνει  τουρισμό, γύρναγε από εδώ και από εκεί χαζεύοντας τα διάφορα αξιοθέατα του Ηρακλείου. Τον εντυπωσίασαν τα μουλάρια στους δρόμους που έσερναν κάρα φορτωμένα με διάφορα προϊόντα και εμπορεύματα Το μεσημέρι έφαγε πλούσια σε ένα εστιατόριο και πήγε στη Χανιόπορτα, να πάρει το λεωφορείο για τα Ανώγεια..
       Στην πλατεία στο χώρο των λεωφορείων  είδε ένα κύριο γύρω στα τριάντα να παίζει τον παπά με τρεις δακτυλήθρες.  Φώναζε όποιος βρει το σφουγγαράκι κάτω από τη δακτυλήθρα  κερδίζει 50 δραχμές. ΄Εκανε πως κοίταζε αλλού και ένας άλλος μεσόκοπος σήκωνε τη δακτυλήθρα και βλέπανε το σφουγγαράκι. Ο μεσόκοπος φώναζε: «Πάει κύριε η βέρα μου, γιατί δεν κρατάω χρήματα» και ο παπατζής απαντούσε: « Όχι κύριε μόνο χρήματα παίρνω». Ο Μανόλης δελεάστηκε και αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του. Βάζει το πρώτο πενηντάρικο, το χάνει, βάζει το δεύτερο  το χάνει  και αυτό, δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.  ΄Ένα τρίτο άτομο από μακριά φωνάζει: «Αστυνομία!!!!!!» και  όλοι τρεχάτοι εξαφανίστηκαν πίσω από τα λεωφορεία. Τότε κατάλαβε ο Μανόλης το στημένο κόλπο. Και είπε: «΄Επαιξα  και έχασα».
       Στο χωριό τον υποδέχτηκαν όλοι σαν ήρωα και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ίσως γιατί πίστευαν, ότι δεν θα τα κατάφερνε σ αυτό το δύσκολο και χειμωνιάτικο ταξίδι. Αν πίστευαν αυτό, μάλλον διαψεύστηκαν.-
  
                                                                      Μοίρες  10 Μαρτίου 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου