Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τοπική παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τοπική παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ ΤΗΣ ΑΣΗ ΓΩΝΙΑΣ


                      ΄Αη Γιώργης της 
                     Ασή  Γωνιας        
                                                    Του Δακανάλη Μανώλη
                                                       Αγρονόμου Μοιρών

« Τα πρόβατα περίμεναν υπομονετικά στη σειρά, να τα αρμέξουν τα αφεντικά τους έξω από το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, για να προσφέρουν το γάλα τους στον Άγιο».
Στις 23 Απριλίου 2001 βρεθήκαμε μαζί με το φίλο μου Βολονάκη Μανέλη στη μοναδική Καποδιστριακή κοινότητα της Κρήτης την Ασή Γωνιά, για να παρακολουθήσουμε το πανηγύρι του Άη Γιώργη στο  εκκλησάκι του χωριού. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, οι κάτοικοι του χωριού ήταν 580.
Η Ασή Γωνιά είναι χτισμένη στους πρόποδες των Λευκών Ορέων που στο σημείο αυτό σχηματίζουν μια γωνιά, από την οποία πιθανώς πήρε το όνομα το χωριό. Το Ασή κατά τον παπα-Βασίλη Χατζάκη, ιερέα του χωριού, είναι Τούρκικο και σημαίνει αδέσποτος.
Η σχετικά μεγάλη και ωραία πλατεία του χωριού ήταν γεμάτη από κοπάδια πρόβατα. Τα οποία περίμεναν υπομονετικά στη σειρά να τα αρμέξουν τα αφεντικά τους έξω από το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, για να προσφέρουν το γάλα τους στον Άγιο. Ο Άγιος Γεώργιος είναι προστάτης των κτηνοτρόφων του χωριού Ασή Γωνιά.
Μετά το άρμεγμα κάθε ποιμνίου σε μια πρόχειρη μάντρα από πλέγματα που έχουν κατασκευάσει στην αυλή της εκκλησίας, ο παπα-Βασίλης Χατζάκης ευλογεί το ποίμνιο και τους ιδιοκτήτες βοσκούς. Τους προσφέρει εκ μέρους του Αγίου ένα μικρό λέρι (κουδούνι) και ένα αρτουλάκι. ‘Υστερα ακολουθεί άλλο ποίμνιο, ίσαμε να τελειώσουν όλα μέχρι και το απόγευμα. Όποιος βοσκός για οποιονδήποτε λόγω δεν μπορεί να μεταφέρει το ποίμνιο για άρμεγμα, πάει το γάλα στον Άη Γιώργη.
Μετά την ευλογία τόσο οι βοσκοί, όσο και τα πρόβατα παίρνουν Θεία δύναμη για να συνεχίσουν με υγεία μέχρι τον επόμενο χρόνο, που θα πάρουν τη νέα ευλογία.
Η Θεία λειτουργία άρχισε στις 09.30 ώρα μετά που ο παπάς ευλόγησε το πρώτο κοπάδι.Οι κτηνοτρόφοι έβραζαν γάλα σε ένα μεγάλο καζάνι και το προσέφεραν στους επισκέπτες με άρτο. Το υπόλοιπο γάλα το έβαζαν σε βυτία και το μοίραζαν στους προσκυνητές του Αγίου.
Το έθιμο αυτό, θα μας πει ο παπα-Βασίλης, «έχει τις ρίζες του στην Ενετοκρατία και είναι πολύ παλιό. Οι Τούρκοι αργότερα καταστρέψανε ολοσχερώς το χωριό Μεγάλη Γωνιά που βρίσκονταν στα όρια με το χωριό Αργυρούπολη. Οι κάτοικοι που απομείνανε μετά τη σφαγή και την καταστροφή έκτισαν νέο χωριό, τη σημερινή Ασή Γωνιά και το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Συνέχισαν να προσφέρουν οι βοσκοί το γάλα στον Άγιο Γεώργιο κάθε 23 Απρίλη, που τιμάται η μνήμη του Αγίου. Ο οποίος με τη σειρά του παρέχει προστασία στους βοσκούς και στα αιγοπρόβατα».
Το μεσημέρι το χωριό είχε γεμίσει από προσκυνητές-επισκέπτες από όλη την Κρήτη, τουρίστες, δημοσιογράφους, πολιτικούς και περίεργους. Παρόντα ήταν και τα ΚΑΙΙΗ των Δήμων Μοιρών και Ρούβα. Όλοι παρατηρούσαν τα πολυάριθμα κοπάδια με τα οποία είχε γεμίσει όλο το χωριό, τα οποία δεν αγρίευαν στη θέα των επισκεπτών. Ίσως να έχουν συνηθίσει από τα προηγούμενα χρόνια ή τα επηρεάζει η δύναμη του Αγίου. Παντού υπήρχε κινητικότητα ανθρώπων και ζώων, το θέαμα αυτό ήταν μοναδικό.
Τη γραφική πλατεία του χωριού κοσμεί το ηρώο των πεσόντων που προσέφεραν τη ζωή τους για την πατρίδα και αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για μας τους μεταγενέστερους. Επίσης γύρω στην πλατεία υπάρχουν οι προτομές του Εθνάρχη Ελευθέριου Βενιζέλου, του Σοφοκλή Βενιζέλου, του Παύλου Βαρδινογιάννη και οι προτομές των ηρώων της Ασή Γωνιάς Μάρκου Πετράκη-Πετρόμαρκου, οπλαρχηγού κατά την Τουρκοκρατία (1866-1897), του Παύλου-Ιωσήφ Γύπαρη στρατιωτικού και έμπιστου του Ελευθέριου Βενιζέλου και του καπετάν Πετράκη Πέτρου ή Παπαδοπετράκη (1941-1945).
Το παραπάνω έθιμο ευχόμαστε να συνεχιστεί στο μέλλον από τις νέες γενιές.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ φύλλο 369 την 1-4-2001

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

ΑΝΩΓΕΙΑΝΗ ΣΤΟΛΗ ΣΑΡΤΖΑ


Παραδοσιακή στολή “Σάρτζα” Η Aνωγειανή

Του Δακανάλη Μανόλη πρώην Αγρονόμου

«Απαραίτητος ήταν ο επιστήθιος σταυρός,

χρυσός ή ασημένιος, που αποτελούσε και αποτελεί

φυλακτό του ανθρώπου από τη βάπτιση μέχρι το θάνατο »

Ο σωστός σχεδιασμός της ενδυμασίας, τα κεντήματα και τα κοσμήματα, έδιναν πάντα στη γυναίκα και στον άντρα την κομψότητα, την αρχοντιά, το παράστημα, την λυγεράδα, το σφρίγος, τη λάμψη και την ομορφιά.

Διαχρονικά η έμφυτη ανθρώπινη τάση για καλαίσθητη εμφάνιση αποτελεί μία από τις πιο λαμπρές εκφράσεις των διακοσμητικών τεχνών. Παράλληλα δε οι κομψοντυμένες και κομψοντυμένοι γίνονται αντικείμενο θαυμασμού και επαινετικών σχολίων.

Στην Κρήτη τη “Βασίλισσα της Μεσογείου”, όπως χαρακτηριστικά την αποκαλούσαν οι Βενετοί, αναπτύχθηκε τόσο στη Ενετοκρατία, όσο και στην Τουρκοκρατία, αλλά και στη νεότερη εποχή η τέχνη της κοπτικής και ραπτικής αλλά και της αργυροχρυσοχοΐας, με σκοπό να υπηρετούν την άνεση, την πρακτικότητα της χρήσης και την ομορφιά.

‘Ετσι στις αρχές του Ι6ου αιώνα δημιουργήθηκε η παραδοσιακή Κρητική αντρική στολή, τα σαλβάρια με τα “μεϊτανογέλεκα” και τη “βράκα”, η οποία έφθασε να φοριέται από τους τελευταίους β ρακοφόρους όπως τους αποκαλούσαμε πριναπό 20 με 30 χρόνια περίπου Για τις γιορτές, γάμους και πανηγύρια είχαν μια ξεχωριστεί στολή, επίσημη, που την έλεγαν σκολιανή .

Η γυναικεία φορεσιά, μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλάζει και εξελίσσεται σύμφωνα με τις Βενετσιάνικες επιδράσεις. Οι Κρητικές ντύνονται ποικιλόμορφα και δεν τηρούν συγκεκριμένη μόδα, με αποτέλεσμα να βλέπουμε στην Κρήτη την ίδια περίοδο να φοριούνται ποικίλα ενδύματα.

Η είσοδος της “βράκας” στην Κρήτη έφερε αλλαγή στο φόρεμα της Κρητικοπούλας, κυρίως στα τέλη του Ι6ου αιώνα. Πήραν οι γυναίκες από τα ρούχα των αντρών τους το “μεϊτάνι”, την πλατιά ζώνη και έτσι δημιουργήθηκαν διάφοροι τύποι γυναικείων ενδυμασιών όπως: η “Σφακιανή”, η “Σάρτζα” ή “Κούδα”, η “Χανιώτικη” αστής και άλλες.

Στα Ανώγεια Μυλοποτάμου εξελίχθηκε μια Τοπική ενδυμασία που την ονόμασαν “Σάρτζα", την οποία έφεραν όλες οι γυναίκες καθημερινά μέχρι τα μέσα του Ι9ου αιώνα, όπως θυμούνται οι παλαιοί Ανωγειανοί। Υπήρχε η καθημερινή στολή και η σκολιανή, την οποία φορούσαν σε γιορτές, γάμους, βαπτίσεις, αρραβωνιάσεις και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Μετά όμως ήλθε η παρισινή μόδα που εκτόπισε όλες τις τοπικές στολές. Η “Σάρτζα” Ανωγειανή .

Η " Σάρτζα " η Ανωγειανή παραδοσιακή στολή αποτελείται από τα εξής μέρη.

“Ζιπόνι”. Το “ζιπόνι” είναι κοντό μπουφανάκι μέχρι τη μέση, φτιαγμένο από λεπτό τσόχινο ύφασμα μπλε ή μαύρο εκλεκτής ποιότητας, με κεντήματα επάνω, τα οποία έλεγαν “πλουμιά”. Το “ζιπόνι” το έφτιαχναν μοδίστρες με ειδικές γνώσεις.

Πουκαμίσα”, η οποία είναι φτιαγμένη από ύφασμα μπόλια ή μετάξι και είναι μακριά.

«Βράκα », είναι φαρδιά και μακριά μέχρι τον αστράγαλο από ύφασμα μπόλια ζαχαρί ή μετάξι. Τα υφάσματα αυτά τα ύφαιναν οι Ανωγειανές στους αργαλειούς, οι οποίες έχουν παράδοση στην υφαντική τέχνη από παλιά μέχρι και σήμερα. Ονομαστά είναι τα Ανωγειανά υφαντά.

“Ποδιά”. Η “ποδιά” είναι και αυτή φτιαγμένη από το ίδιο ζαχαρί ύφασμα με κόκκινα κεντήματα “πλουμιά”.

“Πανί”. Το “πανί” είναι κόκκινο από σαντέ ύφασμα και το δένουν στη μέση, πέφτει δε κάτω από την αριστερή γομφική μεριά.

“Ζώνη”. Η “ζώνη” είναι κόκκινη υφαντή, όπως και η αντρική, πλατιά, με μεγάλο μήκος και τυλίγεται στη μέση.

“Γάζα. Η “γάζα” είναι το μαντίλι που φοριέται στο κεφάλι, είναι κόκκινο με κίτρινα κρόσσια γύρω - γύρω. Επίσης στις άκρες κρεμούσαν νομίσματα πενταράκια. Τα παπούτσια είναι οι απλές γόβες με μικρό τακούνι σε μαύρο, καφέ, άσπρο ή χρυσαφί χρώμα. —

Στη μέση, στη “ζώνη”, έφεραν ένα μικρό μαχαίρι ασημένιο, με ασημένια αλυσίδα καρφιτσωμένη στον ώμο.

Στο λαιμό έφεραν μέχρι τρία περιλαίμια και επιστήθια με χρυσές ή ασημένιες αλυσίδες, πάνω δε σ’ αυτές κρεμούσαν χρυσούς ή απλούς μαμουντιέδες (τούρκικα νομίσματα) ή κολαϊνες. Επίσης κρεμούσαν μικρά νομίσματα τσεκίνια χρυσά ή απλά (Βενετικό νόμισμα).

Απαραίτητος ήταν ο επιστήθιος σταυρός, χρυσός ή ασημένιος, που αποτελούσε και αποτελεί φυλακτό του ανθρώπου από τη βάπτιση μέχρι το θάνατο.

Τα σκουλαρίκια ήταν χρυσά και το καθένα αποτελείτε από τρία σφαιρίδια, το μεσαίο ήταν μεγαλύτερο. Τα δαχτυλίδια και τα βραχιόλια ήταν πολλών ειδών, τα οποία προσέφερε η χρυσοχοϊκή τέχνη τόσο στη Βενετική όσο και στην Τουρκική κατάκτηση σε μεγάλη ποικιλία.

Όλα τα παραπάνω κοσμήματα αποτελούσαν δείγματα κοινωνικού και οικονομικού προσδιορισμού της γυναίκας που τα φορούσε.

Την Ανωγειανή παραδοσιακή στολή “Σάρτζα” την έβλεπαν και τη θαύμαζαν όλοι οι ξένοι επισκέπτες των Ανωγείων την ώρα που τη φορούσαν και χόρευαν οι όμορφες και λυγερόκορμες Ανωγειανές στους γάμους και στις διάφορες άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις .Οι κοπέλες που φορούν τη “Σάρτζα” λέγονται ψικαριές.

Μετά το 1960 άρχισαν να τη χρησιμοποιούν δειλά - δειλά στα διάφορα χορευτικά συγκροτήματα και το Λύκειο Ελληνίδων. ‘Ετσι επεκτάθηκε και καθιερώθηκε σε όλη τη Κρήτη ως παραδοσιακή στολή της Κρήτης, παράλληλα με τις άλλες τοπικές ενδυμασίες.

Μοίρες 21/5/2004

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Α Της εφημερίδας ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ στις 22- 2-2004



ΚΡΗΤΙΚΗ ΣΤΟΛΗ ΣΑΛΒΑΡΙΑ



Κρητική Παραδοσιακή Στολή

Σαλβάρια ή Βράκες

Του Δακανάλη Μανόλη πρώην Αγρονόμου

“Χαρακτηριστικό στοιχείο

της Κρητικής φορεσιάς είναι η Βράκα”

Η σωστή μόδα της ενδυμασίας, τα κεντήματα και τα κοσμήματα, έδιναν πάντα τόσο στη γυναίκα όσο και στον άνδρα την κομψότητα, την αρχοντιά, το παράστημα, τη λυγεράδα, το σφρίγος, τη λάμψη και τέλος την ομορφιά.

Στην Κρήτη, τη βασίλισσα της Μεσογείου, όπως την αποκαλούσαν οι Βενετοί, αναπτύχθηκε τόσο κατά τη Ενετοκρατία όσο και κατά την Τουρκοκρατία, αλλά και στη μετέπειτα εποχή, η τέχνη της κοπτικής, ραπτικής αλλά και των διακοσμητικών τεχνών με σκοπό την άνεση και την πρακτικότητα της χρήσης.

Κατά τη Ενετοκρατία η επαφή με τον ιταλικό πολιτισμό είχε φέρει και την ιταλική μόδα, κυρίως στις πόλεις της Κρήτης. Η Κρητική βράκα με την σημερινή της μορφή ήταν άγνωστη στις πόλεις και τα χωριά, όπως αναφέρει ο ιστορικός Στυλιανός Αλεξίου στο βιβλίο του «Το Κάστρο της Κρήτης και η ζωή του » (σελ. 159). «Οι χωρικοί φορούσαν ποκάμισο με πλατιά μανίκια, ψηλά στιβάνια και το χειμώνα τρίχινο γαμπά. Οι κάτοικοι των αστικών κέντρων το Ι6ο αιώνα φορούσαν όπως στη Βενετία, μακρύ και πλατύ φόρεμα, λινό, μάλλινο ή βελουδένιο, μαύρο, πορφυρό ή πρασινωπό, φοδραρισμένο το χειμώνα με γούνα και το καλοκαίρι με μετάξι, που έφτανε ως τα πόδια και κούμπωνε στο λαιμό απ’ όπου έβγαινε το κολάρο του ποκάμισου. Στο κεφάλι φορούσαν μπέρτα ».

Κατά το Ι6ο αιώνα, έκανε την εμφάνισή της η Κρητική αντρική στολή, τα «σαλβάρια », με τη βράκα και τα μεϊντανογέλεκα, η οποία έφτασε να φοριέται από τους τελευταίους βρακοφόρους πριν από 20 χρόνια περίπου. Το χαρακτηριστικό στοιχείο της Κρητικής φορεσιάς είναι η βράκα. Συνηθίζεται η λέξη ν’ ακούγεται στον πληθυντικό «Βράκες » και μ’ αυτήν εννοείται το σύνολο της στολής.

Η είσοδος της βράκας στην Κρήτη έφερε αλλαγή στο φόρεμα της Κρητικοπούλας, κυρίως στα τέλη του Ι6ου αιώνα. Έτσι δημιουργήθηκαν διάφοροι τύποι γυναικείων ενδυμασιών, όπως η «Σφακιανή» η «Σάρτζα η Ανωγειανή», η «Κούδα », η «Χανιώτικη » και. άλλες.

Οι Κρήτες είχαν πάντα μια επίσημη σκολιανή στολή που συνοδεύονταν από ασημομάχαιρο και καδένα, σε αντίθεση με την καθημερινή στολή, που διέφερε κατά τον πλούτο των κεντημάτων. Η στολή αυτή, που όπως είπαμε, την αποκαλούσαν βράκα, φοριόταν σε όλη την Κρήτη με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Οι ειδικοί ράπτες της στολής αυτής λεγόταν « τερζήδες » ή «καλφάδες ». Την στολή έραβαν εξ ολοκλήρου με το χέρι και δεν χρησιμοποιούσαν καθόλου ραπτομηχανή.

Στις Μοίρες ο τελευταίος « τερζής ή κάλφας » ήταν ο Γιώργης Φανουργάκης που είχε γεννηθεί στο χωριό Γιαννιού του Αγίου Βασιλείου και εγκαταστάθηκε στις Μοίρες. Όπως λέει ο ίδιος, σε ερώτηση δημοσιογράφου στο περιοδικό «Κρητικές Εικόνες » (αρ. τευχ. 2, Φλεβάρης 1981) την τέχνη την έμαθε από το θείο του, αδελφό της μητέρας του στην Αγία Γαλήνη. Σε άλλη ερώτηση του δημοσιογράφου για το αν είχε μαγαζί στις Μοίρες, απαντά: «Πριν τον πόλεμο είχα ένα μεγάλο μαγαζί με 20 υπαλλήλους ραφτάδες. Αλλά σιγά - σιγά ήρθε η μόδα, ο κόσμος άρχισε να φορά πανταλόνια κι επέσανε οι δουλειές. Τώρα δουλεύω μόνο στο σπίτι μου ».

Σε ερώτηση του δημοσιογράφου για το αν υπάρχουν άνθρωποι που φοράνε Κρητικά εδώ, διαβάζομε: « (Χαμογελάει, προσπαθεί να θυμηθεί τους πελάτες του). Με σιγουριά μας λέει πως είναι ακόμη ένας στη Γαλιά, ένας στη Γέργερη, δυό στο Ζαρό ή έχει αμφιβολίες για κάποιον λέγοντας απλά: «Μα αυτός θαρρώ επόθανε ».

Ο ίδιος φορούσε βράκες μέχρι το θάνατό του το 1983, σε ηλικία 87 ετών.

Σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι νέοι τερζήδες που συνεχίζουν να ράβουν στολές για τις ανάγκες των χορευτικών συγκροτημάτων, Λυκείου Ελληνίδων και ιδιωτών.

Η παραδοσιακή Κρητική στολή σαλβάρια ή βράκες, περιλαμβάνει τα παρακάτω τεμάχια: βράκα, γελέκι, μεϊτάνι, καπότο, ζώνη, σαρίκι, πουκάμισο, κάλτσες, στιβάνια, μαχαίρι και καδένα.

Η βράκα

Η βράκα φτιάχνεται από ύφασμα αρίστης ποιότητας, χρώματος βαθύ κυανού ή μαύρου. Το κεντρικό μέρος της είναι η «φούστα » και δημιουργεί τον χαρακτηριστικό σάκο που κάνει τη βράκα φουσκωτή. Δένεται δε κάτω από το γόνατο.

Το γελέκι

Το αχειρίδωτο (χωρίς μανίκια) κλειστό περιστήθιο της φορεσιάς λέγεται γελέκι. Φτιάχνεται από τσόχα ίδιας ποιότητας και ιδίου χρώματος με της βράκας. Φτάνει μέχρι τους γοφούς και είναι εφαρμοστό. Κεντιέται με μαύρο ή βαθύ μπλε μεταξωτό λεπτό κορδονέτο, σε παραστάσεις εμπνευσμένες από τη φύση.

· Το μεϊτάνι

Ο χειριδωτός τελείως ανοιχτός επενδυτής της ονομάζεται « μεϊντάν» που. αποτελεί παραφθορά της τούρκικης λέξης « μιν-ταν ». Το μεϊντάνι είναι κοντό και φοριέται πάνω από το πουκάμισο και το γελέκι το χειμώνα.

Το καπότο

Το καπότο είναι μια κοντή κάπα με κουκούλα και μακριά μανίκια και αποτελεί το επίσημο εξάρτημα της φορεσιάς. Κεντιέται στις άκρες με άσπρο ή μπλε κορδονέτο. Η δε επένδυση (φόδρα) είναι κόκκινη ή άσπρη.

Η ζώνη

Η ζώνη είναι υφαντή από λεπτό μαλλί ή μετάξι. Λέγεται και ζωνάρι. Το δε χρώμα είναι μπλε με κόκκινο και διακοσμείται από διάφορα σχέδια.

Το σαρίκι

Το σαρίκι είναι πλεχτό, μεταξωτό κρουσαλιδάτο μαύρο σε σχήμα τετραγώνου

ή τριγώνου. Φοριέται ακόμη και σήμερα στα ορεινά χωριά της Κρήτης.

· Το πουκάμισο

Το πουκάμισο είναι μεταξωτό ή βαμβακερό υφαντό, χρώματος λευκού, γρι ή μαύρου. Το λευκό φοριόταν στους γάμους, στις χαρές και τα πανηγύρια, ενώ το μαύρο ήταν ένδειξη πένθους.

Οι κάλτσες

Οι κάλτσες ήταν μακριές μαύρες και έφθαναν μέχρι εκεί που τελείωνε η βράκα.

Τα στιβάνια

Τα στιβάνια ( προέρχεται από την ιταλική λέξη stinale, είδος μπότας φθάνουν κάτω από το γόνατο και είναι άσπρα ή μαύρα αρίστης ποιότητας από λεπτό δέρμα. ανάγλυφες παραστάσεις από την Κρήτη.

Το μαχαίρι

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φορεσιάς ήταν το μαχαίρι. Η λεπίδα του είναι μακριά με κοκάλινα μανίκια και ασημένια στολίδια. Η θήκη είναι ασημένια, με διάφορες ανάγλυφες παραστάσεις από την Κρήτη. Το μαχαίρι φοριόταν από τη δεξιά μεριά του σώματος.

Η καδένα

Τυπικό κόσμημα ήταν η ασημένια ή χρυσή καδένα (από τη βενετσιάνικη λέξη cadena, που σημαίνει αλυσίδα). Είναι χειροποίητη, χοντρή μακριά, βυζαντινού τύπου,

κρεμιέται στο λαιμό και το κάτω της μέρος συνδέεται με το ρολόι που τοποθετείται στο τσεπάκι του γελέκου ή στη ζώνη.

Ήλθε όμως σιγά - σιγά στην Κρήτη η παρισινή και εν γένει η δυτική μόδα, η οποία εκτόπισε όλες τις παραδοσιακές στολές, αντρικές και γυναικείες. Στα ορεινά χωριά, τη θέση της βράκας, πήρε η κιλότα, η οποία φοριέται ακόμα από ηλικιωμένους Κρητικούς και από διάφορα συγκροτήματα, στις δε πόλεις το μακρύ παντελόνι.

Θα πρέπει όλοι μας να κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για να διατηρήσουμε και να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές όλες τις παραδοσιακές Κρητικές στολές, γυναικείες και αντρικές, ώστε να διαφυλαχτούν και να μη χαθεί τίποτα από την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Μοίρες 8/7/2004

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ της Μεσαράς φύλλο 581 της 31-5-2005

.