Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπική ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπική ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΟΥΝΕΛ ΤΟΥ ΠΛΑΚΙΑ

 

                       ΤΟΥΝΕΛ ΤΟΥ ΠΛΑΚΙΑ

                   Του ορειβάτη Δακανάλη Μανόλη

    Ο Πλακιάς βρίσκεται στα νότια παράλια του Νομού  Ρεθύμνου (35 χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο) και είναι κτισμένος σε ένα υπήνεμο όρμο από τους μεγαλύτερους της νότιας Κρήτης. Σταδιακά έχει εξελιχθεί σε μεγάλο παραθεριστικό θέρετρο με πολλά ξενοδοχεία και δέχεται τουρίστες από όλο τον κόσμο.

     Στην αριστερή παραλία του όρμου ίσταται ένα άγριο βραχώδες ύψωμα και λίγα μέτρα από τη θάλασσα ορθώνεται μια μεγάλη κάθετη πλάκα. Στις σχισμές της οποίας έχουν χαραχθεί πολλές αναρριχητικές διαδρομές και τους έχουν δοθεί διάφορα ονόματα. Σε αυτές τις διαδρομές εξασκούνται ντόπιοι και ξένοι εραστές της αναρρίχησης.

     Από τα ριζιμιά  της ορθοπλαγιάς διέρχεται ένα μονοπάτι, το οποίο μας οδηγεί σε δυο μικρές  εντυπωσιακές σήραγγες, οι οποίες υπάρχουν τώρα και πολλά χρόνια.

    Ο αρχαιολόγος Χαριτόπουλος Ευάγγελος μαζί με τον Πολύκαρπο Τζίκα συντηρητή αρχαιοτήτων και την ομάδα των, μας δίνουν χρήσιμες πληροφορίες. Τα στοιχεία που συγκέντρωσαν τα παρουσίασαν στο 12ο Κρητολογικό Συνέδριο στις 8-10-2019, που πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο.

     Στη διάρκεια του 19ου αιώνα και το πρώτο ήμισυ του 20ου  αιώνα λειτούργησαν στην περιοχή του Πλακιά λιγνιτωρυχεία.

     Για τη μεταφορά του λιγνίτη κατασκευάστηκε βιομηχανική σιδηροδρομική γραμμή μήκους περίπου 2.5 χιλιομέτρων, από ανατολάς προς το δυτικό βραχώδες τμήμα του όρμου, που μπορούσαν να δέσουν πλοία.

     Σήμερα σώζονται τμήματα της γραμμής πάνω από την οποία περνά το μονοπάτι. Παρατηρούμαι εκβραχισμούς, ξερολιθιές, δυο σήραγγες, η πρώτη μεγαλύτερη, η δεύτερη μικρότερη και η οποία καταλήγει στη θάλασσα.

     Σύμφωνα με τη Γερμανική βικιπαίδεια τη σιδηροδρομική γραμμή λειτουργούσε ένας Γερμανός επιχειρηματίας μεταξύ Πλακιά και Λευκογίων διακινώντας λιγνίτη.

     Επίσης υπήρχε όχημα μεταφοράς του λιγνίτη μέσα από τα τούνελ στο βραχώδες τμήμα του όρμου, που μπορούσαν να πλησιάσουν πλοία και να φορτωθούν. Εκεί πάνω στα βράχια υπάρχουν κτίσματα που βοηθούσαν την προσέγγιση και φόρτωση των πλοίων.  

     Ο λιγνίτης ήταν κακής ποιότητας και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο σε ατμόπλοια, έτσι το 1930 έκλεισε η επιχείρηση.

     Κατά μια άλλη εκδοχή το ορυχείο παγιδεύτηκε από ντόπιους με εκρηκτικά υλικά στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου  και καταστράφηκε.

     Κατά τη Γερμανική βικιπαίδεια στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Γερμανοί μεγάλωσαν την πρώτη σήραγγα και κατασκεύασαν τη δεύτερη, η οποία φθάνει μέχρι τη θάλασσα. Έτσι από το σημείο αυτό μπορούσαν τα υποβρύχια τους να τροφοδοτούνται,  με νερό, τρόφιμα, άλλα εφόδια και τορπίλες.

     Από ότι διαπίστωσα κατά την επίσκεψη μας στις 15-9-2020, τόσο στο σημείο που πλεύριζαν τα πλοία για να φορτώσουν το λιγνίτη, όσο και στο σημείο που η  δεύτερη σήραγγα φθάνει στη θάλασσα, υπάρχουν  εγκαταστάσεις ελλιμενισμού.

     Τα παραπάνω τούνελ αποτελούν αναπόσπαστο μέρος, της άγνωστης αν και πρόσφατης τοπικής μας ιστορίας σχετικά με την εξόρυξη άνθρακα. Πρέπει να διασωθούν, να αναδειχθούν, να τα επισκέπτονται ντόπιοι και ξένοι.-

 

Πηγές: https://www.academia.edu/29340228.

www.daynight.gr/tounel-tou-plakia-video/

Το περίφημο τούνελ του Πλακιά www.e-storieskritis.gr

Τέλος φόρμας

 

Μέρος που πλησίαζε το πλοίο

Εγκατάσταση ελιμενισμού 

Ξερολιθιά του δρόμου

Κενό μεταξύ των 2 τούνελ

Σε ευθεία γραμμή τα τούνελ

Σημείο φόρτωσης υποβρυχίου

Πρώτο μεγάλο τούνελ

Έξοδος πρώτου τούνελ

Δεύτερο τούνελ



Πρώτο τούνελ

Πρώτο τούνελ
Ξερολιθιά αντιστήριξης

Ξερολιθιά

Μονοπάτι

Πλάκα αναρρίχισης 

Γεφυράκι σιδηροδρομικής γραμμής

Κρινάκια στις αμμοθήνες

    

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

ΤΕΛΙΚΑ ΠΛΗΡΩΣΕ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ


                      ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΔΟΤΗ ΜΑΓΙΑΣΗ
            Του Δακανάλη Μανόλη πρώην Αγρονόμου
      Αρχές Ιουλίου 1943 ο Διοικητής Φρουρίου Κρήτης Μπούρνο Μπρώυερ  αποφάσισε να κάνει κυκλωτική κίνηση σε ολόκληρο τον Ψηλορείτη με αντικειμενικό σκοπό να συλληφθούν 60 αντάρτες του Καπετάν Στεφανογιάννη και 150 αντάρτες του Καπετάν Πετρακογιώργη, καθώς επίσης και οι Άγγλοι που χειρίζονταν τον ασύρματο στη θέση «Κορακόπετρα» των Ανωγείων. Την ομάδα αυτή αποτελούσαν οι Άγγλοι λοχαγοί Ράλη Στόκαμπριτς και Τζων Στάντελϋ.
      Συντονιστής της επιχείρησης  ορίστηκε ο υποστράτηγος Μύλλερ. Ο οποίος  από την περιοχή Ηρακλείου-Βενεράτου διέθεσε 2 τάγματα, από την επαρχία Αμαρίου 2 τάγματα και από την περιοχή Ρεθύμνου 2 τάγματα. Η όλη επιχείρηση θα υποστηρίζονταν με βαρύ πυροβολικό από το Τυμπάκι και ελαφρύ από το Μαγαρικάρι που θα το προωθούσαν. Σημείο συγκέντρωσης όλων των δυνάμεων ορίστηκε η εκκλησία της Αναλήψεως του Χριστού στο Οροπέδιο της Νίδας. Κατά την επιχείρηση θα χρησιμοποιούνταν και αναγνωριστικά αεροπλάνα…..
        Ένα τάγμα Γερμανών του Ηρακλείου παρέκαμψε τα Ανώγεια, κατευθύνθηκε δυτικά  και πέρασε στη θέση «Γαβρίλη». Εκεί συνέλαβαν τους Ανωγειανούς βοσκούς Νίκο Δακανάλη ή Μιχαλονικολή, τη νεαρή αδελφή του Ελένη ή Μιχαλολένη και το Γιώργη Σπυθούρη ή Παλιολαδίτη κατοίκους Ανωγείων. Τους οδηγούσαν νότια με κατεύθυνση προς  το δάσος των Βρουλιδιών. Καθ οδό έπιασαν το Μανώλη Σμπώκο ή Ζαχαρομανώλη, το Γιάννη Σπυθούρη ή Μουκαβία, το Μανώλη Σπυθούρη ή Μάνο, τον Κώστα Καλομοίρη, το Γιώργη Καλομοίρη και άλλους που δεν θυμούνταν  να μου πουν τα αδέλφια Νίκος και Ελένη Δακανάλη, στην αφήγηση που μου έδωσαν στις 10 Σεπτεμβρίου 1992. Ενώ περνούσαν από τη θέση Κάρχος, που υπάρχει δεξαμενή νερού, συνέλαβαν και το Μιχάλη Βρέντζο.
       Στη θέση «Πέτσες» στο λακκί (επίπεδο χωράφι) σταμάτησαν οι Γερμανοί, άνοιξαν τα χαρτιά τους και ανέκριναν ένα-ένα χωριστά τους συλληφθέντες, αφού πρώτα τους ζητούσαν τις ταυτότητες. Όλοι  κατέθεταν, ότι είναι βοσκοί και φύλαγαν τα ποίμνιά τους. Τότε άρχισαν να καταφθάνουν διάφοροι  Ανωγειανοί από το χωριό με τις ταυτότητες των κρατουμένων. Μετά την ταυτοποίησή  τους άρχισαν να τους αφήνουν ελεύθερους, γιατί δεν τους βρήκαν ενοχοποιητικά στοιχεία. Στο τέλος κράτησαν την Ελένη Δακανάλη και το Μιχάλη Βρέντζο. Η Ελένη τους έλεγε, ότι πήγε  φαγητό στον αδελφό της Νικολή, ο οποίος με τη σειρά του επιβεβαίωνε τα λεγόμενα της αδελφής του. Οι Γερμανοί όμως είχαν σχηματίσει τη γνώμη, ότι η Ελένη είχε πάει, να ειδοποιήσει τους αντάρτες για την ύπαρξη των Γερμανών. Οι υποψίες των Γερμανών ήταν απολύτως σωστές, γιατί στην πραγματικότητα  η Ελένη είχε πάει να ειδοποιήσει τους αντάρτες, το φαγητό που κρατούσε ήταν το άλλοθι. Οι αντάρτες πρόλαβαν και κρύφτηκαν στη «σπηλιάρα» που είναι στην περιοχή του Γαβρίλη. Η Ελένη σε μια στιγμή απελπισίας, είπε  χαμηλόφωνα στον αδελφό της Νίκο. «Μα αφού σου έφερα φαγητό, λες να μας σκοτώσουν οι Γερμανοί;».  Τότε  ένας γερμανός της είπε: «Σκάσε!». Μάλλον δεν ήταν Γερμανός, αλλά Έλληνας προδότης που φορούσε γερμανική στολή και ο οποίος  παρακολουθούσε τι έλεγαν. Ίσως ήταν ο σωτήρας της, γιατί σε λίγο την άφησαν ελεύθερη. Κράτησαν μόνο το Μιχάλη Βρέντζο, τον οποίο οδήγησαν στο οροπέδιο της Νίδας, που ήταν το σημείο συγκέντρωσης όλων των Γερμανών. Όσα αιγοπρόβατα συναντούσαν στο δρόμο τα οδηγούσαν μαζί τους.
       Ένα άλλο απόσπασμα Γερμανών συνέλαβε τον αδελφό του Μιχάλη, Γιώργη Βρέντζο ή Τηγανίτη. Τον ανέκριναν στη Νίδα και την ώρα της ανάκρισης άκουσε δυο πυροβολισμούς να έρχονται από μακριά. Ο ψυχωμένος ορεσίβιος  βοσκός του Ψηλορείτη άρχισε να σκέφτεται την απόδραση του. Το είπε στους Ανωγειανούς οδηγούς των Γερμανών Νικόλα Ξημέρη ή Κουκιαδονικόλα και Μιχάλη Κεφαλογιάννη ή Χρονομιχάλη. Τα ξημερώματα βρήκε κάποια ευκαιρία, το έβαλε στα πόδια και έφυγε, χωρίς να πάρει χαμπάρι κανείς Γερμανός.
       Μαζί με τους Γερμανούς ήταν ο αρχιπροδότης Μαγιάσης  ο οποίος ανέκρινε το Μιχάλη Βρέντζο και του λέει: «Εσύ Βρέντζο  ετάισες πέρυσι τους αντάρτες; Απαντά ο Μιχάλης, πως δεν εκάτεχε ποιοί ήτανε, λέει του, εμείς στον τόπο μας το έχουμε συνήθεια, παρατήρημα, να φιλεύομε και να φιλοξενούμε κάθε περαστικό και δεν ρωτάμε ποιος είναι, ούτε και που πάει. Ο Μαγιάσης επέμενε, λέει του πως εκάτεχε ότι ήτανε αντάρτες. Και ο Μιχάλης επέμενε, δεν ήξερα, του λέει. Ήξερες, λέει ο ένας, δεν ήξερα λέει ο άλλος. Τελικά του λέει: Όταν σου λέω, πήγαινε στην πίσσα, θα πηγαίνεις στην πάνω μπάντα, στην κορφή κι  όταν σου λέω, πήγαινε στον Παράδεισο, θα-ν-έρχεσαι κοντά μου. Στην πάνω μπάντα έστεκε ένας γερμανός με ταχυβόλο. Ο Μαγιάσης έβαλε τον αδελφό μου να πηγαίνει πάνω-κάτω, πάνω –κάτω. Άνοιξε δρομάκι να πηγαινοέρχεται. Πάνω-κάτω, πάνω κάτω, συνέχεια. Στα στερνά αναγκάστηκε και διαμαρτυρήθηκε. Τραβά τότε το πιστόλι ο Μαγιάσης και τον πυροβολεί στο αυτί. Τον ρίχνει κάτω, του δίνει και τη χαριστική βολή. Το κοπέλι από τις Καμάρες, το κουμπαράκι μας τα θώρειε όλα αυτά. Για να μη μαρτυρήσει βγάνει ο Μαγιάσης το όπλο να το σκοτώσει. Ξεσηκώθηκαν τότε οι Γερμανοί, αντέδρασαν, δεν άφησαν να το κάνει και το κοπέλι γλίτωσε…..».  Τα παραπάνω τα αφηγήθηκε ο ίδιος ο Τηγανίτης για πρώτη και τελευταία φορά στο δημοσιογράφο Νίκο Ψιλάκη το Φθινόπωρο του 1982, ύστερα από μεσολάβηση του Γιάννη Καλομοίρη ή Τσικ από τα Ανώγεια. (Πηγές:ΚΡΗΤΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ τεύχος 34 Οκτ/βριος – Ν/βριος 2009, σελίδες 98-119).
      Ο Τηγανίτης πήγε στη Νίδα και αναζητούσε τον αδελφό του, γιατί είχε χαθεί, αλλά δεν τον βρήκε πουθενά. Πήγε μετά στο Ηράκλειο να συναντήσει ένα γνωστό γκεσταπίτη, να μάθει μήπως είναι κρατούμενος σε κανένα στρατόπεδο. Έξω από το σπίτι του ήταν ουρές ο κόσμος και έφυγε. Φτάνει στην πλατεία Λιοντάρια του Ηρακλείου, εκεί συνάντησε τον κουμπάρο του Κυριακομιχάλη από τις Καμάρες και αγκαλιάστηκαν. «Κουμπάρε Γιώργη» του λέει «Χαίρομαι που σε βλέπω ζωντανό» . «Εμείς  σε κατέχαμε σκοτωμένο, εμάθαμε στο χωριό πως σε σκότωσαν οι Γερμανοί». Σάλεψε ο νους του και πήγε στο κακό για τον αδελφό του. Του διηγήθηκε ο κουμπάρος του, τι τους είχε πει ένας νεαρός βοσκός, που τον είχαν πάρει οι γερμανοί ως οδηγό και επέστρεψε από τη Νίδα στο χωριό ταραγμένος. Ήταν σίγουρος πια, ότι το κοπέλι είχε κάνει λάθος το όνομα.
       Πήγε στο Γενί Καβέ (σήμερα Δροσιά) στο φρούραρχο Γερμανό Σήφη και του είπε, για το Μιχάλη που χάθηκε στη Νίδα, χωρίς να πει, ότι ήταν αδελφός του. Άρχισε να του αραδιάζει επιχειρήματα, ότι ο νεκρός δεν έπρεπε να μείνει άταφος, δεν το άντεχε αυτό κανείς Κρητικός, να ξέρει πως ένα κουφάρι κείτεται στο χώμα ακάλυπτο. Πείστηκε ο Σήφης  και τη μεθεπομένη ξεκίνησε ένα απόσπασμα από το Γενί Καβέ με οκτώ Γερμανούς στρατιώτες, ο Σήφης, ο Τηγανίτης, ο Γιάννης Βρέντζος ή Λοντρογιάννης, Ο Γιάννης Φασουλάς ή Νταμπακογιάννης, ο Μιχάλης Καλλέργης ή Μακρομανώλης, ο Γιάννης Σμπώκος ή Μπατζογιάννης, ο παπά Γιώργης Ανδρεαδάκης και ο Μανώλης Κωνιός που εκτελούσε χρέη διερμηνέα (ήταν αιχμάλωτος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ήξερε γερμανικά). Τον βρήκαν σκοτωμένο κοντά στο Ιδαίο Άντρο με δυο σφαίρες, όσοι και οι πυροβολισμοί που είχε ακούσει. Άνοιξαν ένα λάκκο δίπλα στην εκκλησία της Αναλήψεως και τον έθαψαν. Ο Τηγανίτης συνεχίζει την αφήγησή του λέγοντας: «Τα ρούχα του ξεσκισμένα, ο μπέτης του φαίνονταν ξεγυμνωμένος στο στήθος, πάνω στη ρόγα, ήταν καρφωμένος ένας κάλυκας. Μερικοί δεν άντεξαν στο θέαμα και ξέσπασαν σε λυγμούς. Ακόμα και ο Σήφης, ο Γερμανός φρούραρχος, συγκλονίστηκε. Δεν πίστευε στα μάτια του….. Τον θάψαμε, εγώ δεν άντεχα να μην τον αγγίξω, πρόλαβα και τον ακούμπησα στο χέρι. Το δέρμα του εμαδούσε…..».
       Στο σπίτι του ο Τηγανίτης είχε κορνιζωμένες  τις παρακάτω μαντινάδες.
       Ένας αητώς τω Βρέντζηδων                Μέσα στο δικαστήριο
       σκότωσε το Μαγιάση.                          γιατί ΄χενε σκοτώσει.
       Κι΄ όλοι μαζί φωνάζαμε                       Κι΄ έπρεπε οπωσδήποτε
       η χέρα του ν΄ αγιάσει.                         αίμα κι΄ αυτός να δώσει.
      Τις μαντινάδες έγραψε ο μαντιναδολόγος Μανώλης Κων. Δακανάλης ή Μπακάλης  από το χωριό Μαδέ και ο μοναχός Γαβρίλης Μαμουγιώργης της Ιεράς μονής Επανωσήφη, τις  έγραψε με καλλιγραφικά γράμματα.
      Ο Τηγανίτης αναζήτησε το Μαγιάση μέχρι που φόρεσε στολή Χωροφύλακα και πήγαινε στις υπηρεσίες της Χωροφυλακής στα κελιά, αλλά δεν τον βρήκε πουθενά.
      Ο αρχιπροδότης Μαγιάσης που κατάγονταν από την Ηπειρωτική Ελλάδα, μετά την κατοχή φόρεσε στολή ΕΛΑΣίτη στην Αθήνα και πήγε να διαπραγματευτεί στο πρακτορείο μεταφορών του Μαμαλάκη, να του μεταφέρει μεγάλη ποσότητα ελαιολάδου στην Πελοπόννησο. Ο Μαμαλάκης φρόντισε και ενημέρωσε τον ΕΛΑΣ, γιατί του φάνηκε ύποπτος και τον συνέλαβαν την επομένη που ξαναπήγε στο πρακτορείο.
        Στις 30 Απριλίου 1947 είχε προσδιοριστεί στο δικαστήριο δοσίλογων του Ηρακλείου η δίκη του Μαγιάση. Ο Τηγανίτης ήταν μάρτυρας κατηγορίας και παρά τα αυστηρά μέτρα ασφαλείας  στο διάλειμμα που ήταν άδεια η αίθουσα, πέρασε μέσα ένα μαχαίρι, το οποίο κάρφωσε πίσω χαμηλά στην πόρτα. Πάνω στην αλλαγή των μαρτύρων πήρε με τρόπο το μαχαίρι, χωρίς να τον αντιληφθεί  η φρουρά του δικαστηρίου. Ο Πρόεδρος μόλις ήρθε η σειρά του, τον κάλεσε να καταθέσει. Τον ρώτησε. «Τι γνωρίζετε λοιπόν». Δεν απάντησε. Όλοι τον κοίταξαν. Σαν αστραπή βγάζει το μαχαίρι και το καρφώνει στην κοιλιά του Μαγιάση. Τον κτύπησε ένας χωροφύλακας με το υποκόπανο του όπλου του στο κεφάλι και ένας άλλος στο δεξί του χέρι. Πιάνει το μαχαίρι με το αριστερό χέρι και δίνει στο Μαγιάση δεύτερη μαχαιριά. Ο Μαγιάσης πέθανε στο νοσοκομείο μετά από λίγες ώρες. Ένας Κλάδος χωροφύλακας φώναξε : «Μην τον πειράξετε, γιατί οι Ανωγειανοί έχουν ζώσει το δικαστήριο». Το έλεγε ψέματα, αυτό το ψέμα όμως έκανε να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Στο ακροατήριο άλλοι χειροκροτούσαν και άλλοι φώναζαν μπράβο!!!
        Στα Χανιά στο Εφετείο  που γίνονταν η δίκη, ο Εισαγγελέας πρότεινε θανατική ποινή. Τότε μπήκε στην αίθουσα του δικαστηρίου ο Καπετάν Παύλος Γύπαρης, έβγαλε ένα χαρτί και το έδωσε στον Πρόεδρο του δικαστηρίου. Ήταν η απόφαση του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, που καλούσε τους Κρητικούς, να σκοτώσουν το Μαγιάση και τους άλλους γκεσταπίτης.  Επομένως δεν επρόκειτο για φονικό και τον αθώωσαν.-

Πηγές: 1.-Από το ανέκδοτο βιβλίο ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΑΝΩΓΕΙΩΝ 1941-1944 σελίδες 51-56       του Δακανάλη Μανόλη.
            2. ΚΡΗΤΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ τεύχος 34 Οκ/βριος-Ν/βριος 2009 σελίδες 98-119, δημοσιογράφος Νίκος Ψιλάκης.






Γιώργης Βρέντζος ή Τηγανίτης

Οροπέδιο της Νίδας.

Η εκκλησία της Αναλήψεως

Ανάληψη και το μνήμα του Βρέντζου

Ιδαίο Άντρο

Μιτάτο της Νίδας

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΚΑΝΑΛΗΣ ή ΝΤΑΚΑΝΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ



                 ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΚΑΝΑΛΗΣ 
             ή ΝΤΑΚΑΝΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
                      οπλαρχηγός
            Του Δακανάλη Μανόλη πρώην Αγρονόμου
Γιάννης Δακανάλης

       Μετά τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία των οπλαρχηγών στα Ανώγεια και μέχρι την κήρυξη της επανάστασης του 1821 η οποία διαφαίνονταν στον ορίζοντα, ήταν χρόνος προπαρασκευής. Οι δημογέροντες των Ανωγείων μεριμνούσαν για την συγκέντρωση καριοφιλιών, πιστολιών, μαχαιριών, πυρίτιδας και άλλων υλικών τα οποία προμηθεύονταν κυρίως από Σφακιανούς λαθρέμπορους τους γνωστούς μπασαλήδες. Η εκπαίδευση των Ανωγειανών στα όπλα γίνονταν μακριά από το χωριό και τον κόσμο. Ιδιαίτερη προσοχή έδιναν στο τρέξιμο, την πάλη,  τους πήδους, ενώ αρκετοί αναδείχτηκαν σε ωκύποδες, άριστους δρομείς και επικίνδυνους διώκτες των τούρκων.
       Πέρα όμως από την εκπαίδευση των Ανωγειανών στις πολεμικές τέχνες, την προπαρασκευή για τον επερχόμενο αγώνα, τα προβλήματα της καθημερινότητας, είχαν στο κεφάλι τους και διάφορους ενοχλητικούς γενίτσαρους.  Κυρίως στις γιορτές οι γενίτσαροι αυτοί έκαναν επισκέψεις στο χωριό και συνδιασκέδαζαν με τους Ανωγειανούς, πλην όμως πολλές φορές καταχρόνταν της φιλοξενίας των. Τέτοιοι γενίτσαροι ήταν οι Γουσούφηδες του Αμυγδαλιά (Πύργος δίπλα στο χωριό Θεοδώρα του Μυλοποτάμου), ο Δερβίς Αγάς από τις Κούρτες της Μεσαράς και ο Τουτουντζής από το χωριό Βενί του Μυλοποτάμου.
       Ο Βασίλης Σμπώκος ή Σμπωκοβασίλης, με τους προύχοντες του χωριού παπά Μιχάλη Σκουλά ή Ξώπαπα,  Ξετρύπη Σταύρο και το Δακανάλη Μανόλη ή Παπαδομανόλη, αποφάσισαν να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση αθόρυβα και χωρίς να δώσουν αφορμή στον Ορντάν Αγά, που διοικούσε το τάγμα των γενίτσαρων στο Μυλοπόταμο. (Πηγές: απομνημονεύματα γιατρού Γιώργη Δακανάλη σελ. 24-30. Οι Παλαιοί Ανωγειανοί σελ.176-178 του Ορέστη Μανούσου.
      Η αρχή έγινε από τον Τουτουτζή, τον οποίο δοθείσης ευκαιρίας έδειρε βάναυσα ο Σταύρος Ξετρύπης. Τον μετέφεραν στο σπίτι του Χαλή Αγά στην Αξό, όπου και κατέληξε χωρίς να πει τίποτα σε κανένα.
      Ο Γιάννης Δακανάλης ή Ντακαναλογιάννης ήταν γνωστός για τις υπεράνθρωπες σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Ο ίδιος όπως λένε, δεν ήξερε, ότι είχε τόση μεγάλη σωματική ρώμη, νόμιζε ότι όλοι οι άνθρωποι, είχαν την ίδια δύναμη. Κάποια μέρα δυο Ανωγειανοί προσπαθούσαν να φορτώσουν σε ένα ημίονο δυο μεγάλους φάρδους κριθάρι. Φόρτωσαν τον ένα και για υποστήριγμα είχαν βάλει μια χαχαλόβεργα. Προσπαθούσαν από κοινού να φορτώσουν τον άλλο φάρδο, αλλά δεν τα κατάφερναν, γιατί έγερνε το σαμάρι του ημίονου και τους έπεφτε. Τότε ο Ντακαναλογιάννης που έτυχε να περνά από εκεί,  τους έβαλε  να υποβαστάζουν το φορτωμένο φάρδο και αυτός με μια άνετη κίνηση φόρτωσε τον άλλο. Τότε λέει κατάλαβε, ότι είχε παραπάνω δύναμη από τους άλλους. (Αφήγηση Μιχάλη Γεωργ. Δακανάλη ή Μιχαλομιχάλη 1906-1989). 
     Ο Σπωκοβασίλης, ο Ξετρύπης με τους λοιπούς προύχοντες κατέστρωσαν το σχέδιο της εξόντωσης  του Γιουσούφ Αγά, χωρίς να ενοχοποιηθεί το χωριό για το φόνο. Οι τούρκοι συνήθως μόνο όταν τους κτυπούσαν με το όπλο, το έκαναν επίσημα γνωστό, διαφορετικά λόγω εγωισμού δεν έλεγαν τίποτα. Την εκτέλεση του σχεδίου ανέθεσαν στον Ντακαναλογιάννη ως ένας άλλος Ηρακλής.
         Σε ένα τέτοιο γλέντι που διοργάνωσε στην πλατεία Λιβάδι στο Περαχώρι ο Γιουσούφ Αγάς του Αμυγδαλιά, διασκέδαζε όρθιος και οπλισμένος. Δίπλα του έστεκε ο σωματοφύλακας του και παραπέρα  ήταν δεμένη τη φοράδα του. Ενώ το γλέντι βρίσκονταν στο αποκορύφωμα, έφθασε πιωμένος ο Ντακαναλογιάννης, είχε επιδεικτικά το πιστόλι στη μέση του και έκανε τον αφελή.
       Ο Γιουσούφ εξαγριώθηκε βλέποντας το πιστόλι και  του φωνάζει: «Γκιαούρη πως τολμάς  να φέρεις μαζί σου πιστόλι και να παρουσιάζεσαι ενώπιον μου». Ψύχραιμος ο Ντακαναλογιάννης με μια κίνηση σαν να ήθελε να τον αγκαλιάσει, τον έσφιξε δυνατά στα πλευρά. Το μόνο που είπε ο Γιουσούφ ήταν : «τη φοράδα μου» και έπεσε λιπόθυμος. Τον έβαλαν στη φοράδα και έφυγε με το σωματοφύλακά του. Στην τοποθεσία «Ζερβού» κοντά στην Ιερά Μονή Χαλέπας παρέδωσε το πνεύμα  στον Αλλάχ.
       Ως φαίνεται έσπασαν τα πλευρά του με το δυνατό σφίξιμο, κάρφωσαν στα πνευμόνια του και πέθανε από εσωτερική αιμορραγία. Στη συνέχεια μετέφεραν το πτώμα του στον Αμυγδαλιά, όπου το έθαψαν. Ο σωματοφύλακας του είπε στον Ορντάν Αγά, ότι έπεσε από τη σκάλα και έσπασε τα πλευρά του. Τόση μεγάλη ήταν η υπερηφάνεια των εξωμοτών γενίτσαρων, ώστε κρατούσαν τα παθήματα των μυστικά.
       Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα άλλο περιστατικό με το Ντακαναλογιάννη και αξίζει εξιστόρησης. Το 1816  πήγαινε για ψώνια στο Ηράκλειο μαζί  με τον νεαρό γιό του Δημήτρη (αργότερα οπλαρχηγό) και το γέρο Κουτεντέ πατέρα του Γιώργη Κουτεντέ ή Καψάλη, ο οποίος διέσωσε την ιστορία αυτή.
      Ο Ντακαναλογιάννης ήταν έφιππος σε ένα άγιο ίππο χωρίς σέλα, με σκοπό να τον πουλήσει στο Ηράκλειο. Με το άνοιγμα της Χανιόπορτας Ηρακλείου το πρώτο φως της μέρας ο ίππος από την οχλαγωγία, την πολυκοσμία, αγρίεψε πολύ και έδειξε σημεία αφηνίασης. Ο αναβάτης προσπάθησε να τον συγκρατήσει με το χαλινάρι, αλλά το ζώο αγρίευε περισσότερο. Τότε του έδωσε μια δυνατή γροθιά στο κεφάλι και τον έριξε κάτω.
      Τη σκηνή αυτή παρακολουθούσε μια ομάδα τουρκοκρητικών από το πεζοδρόμιο και έμειναν άφωνοι με την υπερβολική δύναμη του χωρικού. Μάλιστα ένας από αυτούς εκδήλωσε το θαυμασμό του. Ένας άλλος εγωιστής και κακεντρεχής μη θέλοντας να αναγνωρίσει τον γκιαούρη, έβαλε στοίχημα με τον άλλο, ότι φεύγοντας από το Ηράκλειο, θα τον περιμένει στο δρόμο, να τον κακοποιήσει.
      Πράγματι το απόγευμα περίμεναν στη Γιόφυρο οι δυο τουρκοκρητικοί,  να περάσει όπως πίστευαν ο ανύποπτος Ανωγειανός. Τους είδε όμως από μακριά ο Ντακαναλογιάννης τους αναγνώρισε και μάντεψε τις κακές τους διαθέσεις. Τότε είπε στο Δημητράκη και το γέρο Κουτεντέ να προχωρούν γρήγορα με τα υποζύγια και αυτός θα τους φτάσει.
      Μόλις τον πλησίασε ο άθλιος και ελεεινός σαδιστής του πρότεινε, να κατεβάσει τη βράκα του. Ο Ντακαναλογιάννης στηριζόμενος στην Ηράκλεια δύναμη που είχε και με την ευφυΐα που τον διέκρινε,  του είπε: « Για το θεό αγά, έλα κάτω από την καμάρα, να μη μας βλέπει ο κόσμος». Ο Ντακαναλογιάννης πήγαινε μπροστά με αργό βήμα σαν να μην συνέβαινε τίποτα και προφασιζόμενος, ότι έλυνε τη βράκα του κάτω από την καμάρα, αυτός την έσφιγγε περισσότερο.  Ο τούρκος είχε πέσει στην παγίδα χωρίς να το καταλάβει και ετοιμάζονταν να προβεί στην ανήθικη πράξη του. Τότε δέχτηκε από το σιδερένιο χέρι του Ντακαναλογιάννη μια δυνατή γροθιά στο σβέρκο και έμεινε άπνους. Στη συνέχεια τον έβαλε μέσα στη βράκα του, την έδεσε από πάνω και τον πέταξε μέσα σε μια κολύμπα  του ποταμού.
       Φεύγοντας από την απέναντι όχθη του ποταμού, του είπε χλευαστικά ο άλλος τούρκος: «Με την υγεία σου Γκιαούρη» και ο Ντακαναλογιάννης του ανταπάντησε: «Ευχαριστώ Αγά». Έτσι με την γρηγοράδα που τον διέκρινε σε ελάχιστο χρόνο απομακρύνθηκε αρκετά. Μόλις συνάντησε την παρέα του, τους διηγήθηκε τον  Ηράκλειο άθλο του. Το γεγονός τούτο έγινε γνωστό στο χωριό και έκτοτε ήταν ο κατεξοχήν δυνατός και ισχυρός άνδρας των Ανωγείων.
       Ο Αμπαδιώτης Δερβίς αγάς ήταν ένας βάρβαρος γενίτσαρος των Κουρτών (Τουρκοχώρι κοντά στον Ζαρό), επισκέπτονταν τακτικά τα Ανώγεια και διασκέδαζε με άλλους αγάδες. Είχε ολόκληρο χαρέμι από κορίτσια και γυναίκες σκοτωμένων χριστιανών, καταπίεζε βάναυσα το χριστιανικό στοιχείο στη Μεσαρά και ήταν πολύ μισητό πρόσωπο σε όλη την Κρήτη. Το δρομολόγιο που ακολουθούσε για τα Ανώγεια, ήταν Κούρτες - Καμάρες - οροπέδιο Νίδας - Ανώγεια. Ο μισητός αυτός γενίτσαρος κάθονταν στο στομάχι όλων των Ανωγειανών, αλλά προπαντός του Βασίλη Σμπώκου ή Σμπωκοβασίλη ο οποίος προΐσταστο  την περίοδο εκείνη της Εθνικής κινήσεως στα Ανώγεια.
         Ο Δερβίσης ήθελε να πάρει τη  Φανή την κόρη ενός Αεράκη από τα Ανώγεια, η οποία ήταν πάρα πολύ όμορφη, με σκοπό να την κλείσει στο χαρέμι του.
         Ο Σμπωκοβασίλης είχε συνδεθεί με τους Λόγιο γιατρό από τον Άγιο Θωμά (αργότερα έγινε Χαΐνης και τιμωρούσε τους γενίτσαρους), τον Χουσεΐν Κουρμούλη (κρυπτοχριστιανό) από τον Κουσέ της Μεσαράς και τους παράτολμους ηρωικούς  χαΐνηδες του Ψηλορείτη  αδελφούς Κωνσταντή και Φραγκιό Λεράτο από τα Βορίζια. Ο Δερβίσης διακρίνονταν για την αφοβία του, είχε σκοτώσει τον πατέρα του Κωνσταντή και Φραγκιού Λεράτου και είχε προσβάλει την αδελφή τους.
         Μια μέρα πληροφορήθηκαν οι παραπάνω  Χαΐνηδες  του Ψηλορείτη, ότι ο  Δερβίσης, θα πήγαινε στα Ανώγεια. Ο Σμπωκοβασίλης, ο Εμμαν. Δακανάλης ή Παπαδομανόλης και οι αδελφοί Κωνσταντής και Φραγκιός Λεράτος πήραν θέσεις στην πηγή της Μηλιάς ή Πέρα Μασχάλι του Σταυρού στο οροπέδιο της Νίδας και περίμεναν το Δερβίση. Τον άφησαν να περάσει με το άλογο του και ανέλαβε να τον εκτελέσει κατά το σχέδιο ο Κωνσταντής. Σε περίπτωση που δεν τα κατάφερνε, θα επέβαινε ο Φραγκιός και αν απαιτούνταν πρόσθετη βοήθεια, θα επέβαιναν  οι άλλοι.
         Στην μονομαχία που ακολούθησε πήρε μια σφαίρα ο Δερβίσης στην αριστερή ωμοπλάτη. Ταμπουρώθηκε πίσω από ένα βράχο και πυροβολούσε τον Κωνσταντή. Όταν τέλειωσαν τα βόλια του χρησιμοποιούσε τα ασημένια νομίσματα (εξάρια) που κρατούσε για τη Φανή, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Δερβίσης πρόλαβε και μπήκε σε μια μικρή σπηλιά και αμύνονταν. Τότε άναψε ξύλα ο Κωσταντής στην είσοδο της σπηλιάς και τον έκαψε ζωντανό. Έκτοτε ονομάστηκε ο Σπήλιος του Δερβίση. (Τα παραπάνω διηγήθηκαν στο γιατρό Γ. Δακανάλη, οι Γιώργης Ν. Κεφαλογιάννης ή Δράκος και ο Βασίλειος Γ. Βρέντζος,  που βρίσκονταν τότε σε ηλικία 85 ετών).     
     Ο άγνωστος ριμαδόρος της εποχής ύμνησε το Λεράτο με το παρακάτω τραγούδι, απόσπασμα του οποίου παραθέτουμε.
………………………
-Κι ο Κωνσταντής του φώναξε από ένα χαρακάκι.
 Ίντα γυρεύεις Δερβίς Αγά σε τούτο το λημέρι,
 που είναι άγριο και αφιλόξενο για το δικό σου ασκέρι;
-Έλα κουμπάρε Κωνσταντή, να κάνουμε  τσιγάρο
 από κείνο τον καλό καπνό που ζάρει και φουμάρω.
-Μα  γω γροικώ Δερβίς Αγά πως δε σε πιάνει μπάλα
 κι ήθελα να σου παίξω μια εις τη ζερβή κουτάλα.
-Αυτά κουμπάρε Κωνσταντή λόγια ναι των ανθρώπων
 ποιόν άντρα μπάλα δεν περνά σε τούτονε τον τόπο!
-Να σου την παίξω θέλω γω και ας πάει η κεφαλή μου
 κι ομπρός μου την εφίλησες μπουρμπά την αδελφή μου.
 Να σε σκοτώσω θέλω γω, με δυο ζευγάρια μπάλες
 που σκότωσες τον κύρη μου κι ήταν σωριά κοκάλες.
 Γυρίζει και ξαμώνει του στο κόκκινο γελέκι
 εκείνη  να τον εύρηκε, γη μπουρμπά και πέφτει.
       Η Φανή γλίτωσε από τα χέρια του αιμοβόρου γενίτσαρου, την παντρεύτηκε ένας Σκουλάς και απέκτησε τον παπά Μιχάλη Σκουλά οπλαρχηγό, ο οποίος το 1867 έσωσε τα Ανώγεια από τη σφαγή των τούρκων.
Γιώργης Δακανάλης
       Γιώργης Ιωάννη. Δακανάλης ή Μπέτσιος οπλαρχηγός: Ήταν γιος του Γιάννη Δακανάλη ή Ντακαναλογιάννη και αδελφός με το Δημήτρη επίσης οπλαρχηγό. Διακρίνονταν για την ανδρεία του, είχε πάρει μέρος σε πολλές μάχες εναντίο των τούρκων και δημιούργησε οικογένεια.
     Ο Χουσεΐν Πασάς υπέταξε τη Μεσαρά, πέρασε στο Μυλοπόταμο, στρατοπέδευσε στο χωριό Μελιδόνι και πολιόρκησε 370 γυναικόπαιδα του χωριού με  30 περίπου πολεμιστές στο μεγάλο σπήλαιο του Μελιδονίου. Η πολιορκία κράτησε περίπου τρεις μήνες με ανελέητους βομβαρδισμούς και ανεπιτυχής εφόδους. Το δράμα των πολιορκούμενων κορυφώθηκε τον Ιανουάριο του 1824, όταν από το άνοιγμα της οροφής του σπηλαίου έριξαν μέσα εύφλεκτες ύλες και έβαλαν φωτιά. Όλοι πνίγηκαν από τους καπνούς ή κάηκαν από τις φωτιές. (Θ. Δετοράκης Ιστορ. Της Κρήτης σελ 340).
        Μετά την τραγωδία του Μελιδονίου ο Χουσεΐν με το στρατό του προέλασε στο Πάνω Μυλοπόταμο. Οι κάτοικοι της περιοχής υποτάσσονταν στον Χουσεΐν, έχοντας ως παράδειγμα το Μελιδόνι.
      Μια ομάδα Ανωγειανών με οπλαρχηγούς τους Γιώργη Δακανάλη ή Μπέτσιο, Γιώργη Σπυθούρη και άλλους επιτέθηκαν κατά της οπισθοφυλακής του πολυάριθμου στρατού του Χουσεΐν και του προξένησαν μικρές απώλειες. Ο Χουσεΐν θεώρησε παράσπονδους τους κατοίκους του χωριού Χώνος, διέταξε την σφαγή των κατοίκων και την πυρπόληση  του χωριού (λέγεται κατόπιν υπόδειξης του τρίτου των Γιουσούφηδων, που ήταν οδηγός του Χουσεΐν). Από τη μεγάλη αυτή σφαγή σώθηκαν δυο μόνο οικογένειες οι Γεμιστοί και οι Βενέτικοι που κατοικούσαν στο Πέρα Μετόχι του χωριού. Τα σπίτια τους ήταν κρυμμένα μέσε σε δάσος από βελανιδιές και διέλαθαν της προσοχής του εχθρού. (Γ. Δακανάλης σελ 35).
        Στη μάχη αυτή του Γενί Γκαβέ όπως ονομάστηκε, έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι οι Ανωγειανοί Γιώργης Δακανάλης ή Μπέτσιος, Γιώργης Σπυθούρης, ένας Κρασάς, δυο Νιώτιδες και άλλοι (Διήγηση Νικολάου Γεωργίου Δακανάλη ή Μιχαλονικολή).
       Δημήτρης Ιωάν. Δακανάλης οπλαρχηγός: Ο Δημήτρης όπως προαναφέραμε ήταν αδέλφια με τον Μπέτσιο. Ο οποίος είχε πλέον ενηλικιωθεί, πήρε τα όπλα, ζώστηκε φυσεκλίκια, έγινε διώκτης των τούρκων  ακολουθώντας το παράδειγμα της οικογένειας των Δακανάληδων και των άλλων Ανωγειανών.
      Κατά το χρονικό διάστημα από το 1824 μέχρι το 1830 έλαβαν χώρα πολλές συγκρούσεις μεταξύ Ανωγειανών και Τούρκων με οπλαρχηγούς τους Ξετρύπη, Γ. Ξυλούρη ή Σουβλή, το Νιώτη, τον Παλμέτη από το Καμαράκι και το Νίκο Καπετανάκη από τη Ροδιά.
      Σε μια συμπλοκή μεταξύ Ανωγεινών, Μαλεβυζιωτών και Τούρκων στην περιοχή του Γαζίου, ο Σταύρος Ξετρύπης καταδίωξε ένα τούρκο ιππέα και τον εκτέλεσε, τον τραυμάτισε όμως ένας άλλος τούρκος. Επίσης τραυματίστηκε βαριά ο Γιάννης Δακανάλης ή Ντακαναλογιάννης, ο οποίος πέθανε αργότερα στο σπήλαιο των Κεντράδων (Φαράγγι των Μαχών). Οι Ανωγειανοί συνέλαβαν αιχμάλωτο  τον επιφανή τούρκο Προβιά από τον Άγιο Σύλλα πατέρα των Ιμπραήμ και Σουλεϊμάν.
      Τον αιχμάλωτο παρέδωσε ο Νιώτης στον οπλαρχηγό Δακανάλη Δημήτρη, να τον εκτελέσει, για να εκδικηθεί τον ηρωικό θάνατο του αδελφού του Μπέτσιου στη μάχη του Γενί Γκαβέ και το βαρύ τραυματισμό του πατέρα του στη μάχη του Γαζίου, εξ αιτίας του οποίου πέθανε αργότερα.
      Τον μετέφερε στα Ανώγεια στο σπίτι του, τον φιλοξένησε και άρχισαν μεταξύ τους μια μεγάλη ειρηνική συζήτηση. Στο τέλος της συζήτησης τον παρακάλεσε ο τούρκος, να του χαρίσει τη ζωή προβάλλοντας διαφόρους λόγους. Ο Δημήτρης ήρεμος πλέον στάθμισε την κατάσταση, προφανώς τον λυπήθηκε και αποφορτισμένος πλέον από τη δύνη του πολέμου του χάρισε τη ζωή. Μάλλον επικράτησαν  στον Δημήτρη οι αρχές του ανθρωπισμού και του άγραφου τότε ηθικού νόμου για τα δικαιώματα των αιχμαλώτων.  Έτσι τη νύχτα τον οδήγησε  στη θέση Κυλιστό για λόγους ασφαλείας και τον άφησε ελεύθερο.
        Οι οπλαρχηγοί Ξετρύπης, Νιώτης και Παλμέτης μόλις πληροφορήθηκαν την απελευθέρωση του τούρκου, κάλεσαν σε ανάκριση τον Δακαναλοδημήτρη. Ο οποίος τους γνωστοποίησε, ότι κατά την κρίση του είχε το δικαίωμα αυτό, αφού και ο ίδιος συμμετείχε στη σύλληψη του τούρκου. Αν τον σκότωνε δεν επρόκειτο να γυρίσουν πίσω οι δικοί του και γι αυτό τον άφησε ελεύθερο. Τη δικαιολογία αυτή την έκριναν σωστή και δεν του επέβαλαν καμιά ποινή.
       Η μεγαλόψυχη αυτή πράξη του Δακαναλοδημήτρη εκτιμήθηκε δεόντως από τον Προβιά και την οικογένεια του και έκτοτε προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες σε Ανωγειανούς και Χριστιανούς.
      Μόλις ηρέμησαν κάπως τα πράγματα, ο Προβιάς ανηφόρισε στα Ανώγεια με τη φοράδα του και ζήτησε να πάρει ένα παιδί από την οικογένεια των Δακανάληδων, να το αναθρέψει χριστιανικά και να το βοηθήσει οικονομικά. Έγινε σύσκεψη μεταξύ της οικογένειας των Δακανάληδων και των προυχόντων του χωριού και αποφάσισαν να του δώσουν τον ορφανό Μανόλη το μικρό γιό του Γιώργη Δακανάλη ή Μπέτσιου.
      Πράγματι τον ανέθρεψε χριστιανικά στο Μετόχι του στον Άγιο Βλάση, του έμαθε γράμματα και του αγόρασε μια μεγάλη περιουσία κοντά στο Κανλί Καστέλλι (Προφήτη Ηλία). Στο γάμο του στα Ανώγεια τον στεφάνωσε ο Προβιάς με χριστιανό αντιπρόσωπο που έστειλε, υπήρχε αυτή η συνήθεια τότε. Πολύ αργότερα ίσως προς τα τέλη του 1800 μετοίκησε στον προφήτη Ηλία ο Μανόλης Δακανάλης με την οικογένεια του και οι απόγονοι του κατέχουν την περιουσία αυτή μέχρι των ημερών μας. (Όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Γ. Δακανάλης , όλη αυτή την ιστορία του τη διηγήθηκε το 1899 ο ίδιος ο Μανόλης Δακανάλης).-

                   Μοίρες   18 Οκτωβρίου 2015

Πηγές: Απομνημονεύματα Γιώργη Δακανάλη γιατρού σελ 20-40.
            Από τη ΒΕΝΕΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ 1996 Μανόλης Δακανάλης σελ.38-74.
            ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ. Θ Δετοράκης σελ 340.
            Οι  Παλαιοί Ανωγειανοί 2007 Ορέστης Μανούσος σελ.176-178.