Σελίδες

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

TO TEΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ



 ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ: ΨΗΛΟΡΕΙΤΗΣ
         ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤHΣ AΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ

                       ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ          
Το πρωί στις 2 Μαΐου 1919 ο ουρανός καθάρισε από τα σύννεφα και ο ήλιος της Ελευθερίας φωτίζει τη Σμύρνη, τις κορφές των βουνών της Ερυθραίας, Φώκαιας και τα Μουστούσια όρη ή «Δυο αδέρφια». Ο θρύλος αναφέρει, ότι τα δυο αδέρφια απολιθώθηκαν μετά την κατάκτηση της Σμύρνης από τους Τούρκους και από τις κορυφές τους φρουρούσαν το ελληνικό πνεύμα της Ιωνίας. Ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε με εντολή των Συμμάχων στη Μικρασιατική ακτή και κατέλαβε τη Σμύρνη και μέρος της ενδοχώρας.
Είχε προηγηθεί στις 28-7/10-8/1920 η συνθήκη των Σεβρών στο ομώνυμο προάστιο του Παρισιού Σέβρες και για λογαριασμό της Ελλάδας την υπέγραψε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Η παραπάνω συνθήκη διέθετε χαρακτηριστικά τελικής λύσης του Ανατολικού ζητήματος και αποσπούσε περίπου τα 4/5 των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για σχηματισμό νέων κρατικών οντοτήτων.
           Η διαρκής εθελοντική δράση  των Ανωγειανών, το  αδούλωτο  πνεύμα προς την ελευθερία, την αυτοθυσία υπέρ Πατρίδας που τους κατέχει και ο σκληρός  χαρακτήρας που έχουν αποκτήσει διαχρονικά, τους στοίχισε κατά καιρούς πάρα πολύ ακριβά με τρία ολοκαυτώματα των Ανωγείων. Το 1822 και το 1867 από τους Τούρκους και  τον Αύγουστο του 1944 πραγματοποιήθηκε το 3ο ολοκαύτωμα  από τους Γερμανούς, το οποίο αποτέλεσε κορυφαίο γεγονός της Αντίστασης του αγωνιζόμενου λαού των Ανωγείων. Στον ορεινό αυτό τόπο με το Ιδαίο Άντρο στο οποίο γαλουχήθηκε ο Ξένιος Ζευς, γεννήθηκαν και ανατράφηκαν άνδρες με πνευματική ευστροφία, όπως πολιτικοί, δικηγόροι, γιατροί, φαρμακοποιοί, δικαστές, μηχανικοί, οικονομολόγοι, στρατιωτικοί, εκπαιδευτικοί, μουσικοί, ζωγράφοι και αρχηγοί επαναστάσεων, που προέρχονταν κυρίως από τους βοσκούς.
           Το Νοεμβρίου του 1920 οι εκλογές ανέδειξαν στην εξουσία το Λαϊκό Κόμμα. Το Δεκέμβριο του ιδίου  χρόνου κατόπιν δημοψηφίσματος επανήλθε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος στην Ελλάδα. Ακολούθησε η δραματική αναστροφή του κλίματος από τους Συμμάχους και η αλλαγή πορείας του συνόλου της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, με τις γνωστές δυσμενείς επιπτώσεις για τη μικρασιατική υπόθεση.
Στις 12 Αυγούστου 1922 επιτέθηκε ο τούρκικος στρατός κατά του ελληνικού μετώπου. Δεν υπήρξε αιφνιδιασμός, διότι το ελληνικό επιτελείο εκεί ακριβώς περίμενε την επίθεση. Παράλληλα, υπήρξαν ενδείξεις και προειδοποιήσεις στην ελληνική στρατιωτική ηγεσία για επικείμενη τουρκική επίθεση, ξεκίνησε με μια συντονισμένη επίθεση πυροβολικού που κλόνισε τις ελληνικές δυνάμεις της πρώτης γραμμής. Γενικά η όλη οργάνωση της επιχείρησης ετοιμάστηκε με τεχνική επάρκεια ασυνήθιστη για πολέμους περιφερειακών δυνάμεων. Το τουρκικό ιππικό φαινόταν παντού παρόν συνεπικουρούμενο από τους αντάρτες και τους εξεγερμένους μουσουλμάνους.
           Στις 15 Αυγούστου η αποσάθρωση των Α΄ και Β΄ Σωμάτων Στρατού είχε ολοκληρωθεί στο Νότο. Η Μεραρχία Τρικούπη στις 17 περίπου με 5.000 άνδρες πιάστηκε αιχμάλωτη. Καθώς ο στρατός πλησίαζε στη θάλασσα διογκώνονταν οι αριθμοί των φυγάδων από τις στρατιωτικές μονάδες καταλύοντας κάθε έννοια συνοχής και επικράτησε χάος. Στη βόρεια πλευρά οι δυνάμεις Εσκί Σεχίρ (Γ΄ Σώμα Στρατού) στις 24 Αυγούστου είχαν υποχωρήσει στην Προύσα. Καθώς η καταστροφή των ελληνικών στρατευμάτων στο νότο είχε ολοκληρωθεί ισχυρές τούρκικες δυνάμεις ενίσχυσαν το Βορά. Κάτω από την πίεση αυτή η 11η Μεραρχία με 4.500 άνδρες αποκόπηκε και αιχμαλωτίστηκε ολόκληρη.
Μόνο η Ανεξάρτητη Μεραρχία του στρατηγού Φράγκου και το σύνταγμα του Πλαστήρα αποτέλεσαν την εξαίρεση μπροστά στον καταιγισμό των εξελίξεων, αν και βρέθηκαν να κινούνται χωριστά μέσα στο εσωτερικό. Κατάφεραν τελικά να σωθούν και έφθασαν σώοι στα παράλια στις 31 Αυγούστου μαζί με χιλιάδες χριστιανούς πρόσφυγες. Μαζί τους οδηγούσαν για να τρέφονται μεγάλο αριθμό αιγοπροβάτων και βοοειδών.
Δυστυχώς τα ολέθρια αποτελέσματα του Εθνικού διχασμού εξακολουθούσαν να παρατηρούνται από το 1915, τόσο στο λαό, όσο και στο στράτευμα. Η κατάσταση του στρατεύματος ήταν τραγική καθώς αφημένο στην τύχη του στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, αντιμετώπιζε σωρεία προβλημάτων όπως η έλλειψη τροφίμων, πυρομαχικών, η χαλάρωση της πειθαρχίας, με αποτέλεσμα να επικρατεί απερίγραπτη αταξία. Απόρροια της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής των ελληνικής κυβέρνησης ήταν η μικρασιατική καταστροφή μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές του Νέου Ελληνικού Κράτους. Ακολούθησε η ανταλλαγή πληθυσμών όπου στην Ελλάδα έφτασαν περίπου 1.000.000 Έλληνες πρόσφυγες. Μαζί τους χάθηκε οριστικά και η Μεγάλη Ιδέα του έθνους.
          Όσοι μετά τη συντριβή του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν, οδηγήθηκαν στην ενδοχώρα της Τουρκίας για να δουλέψουν σε συνθήκες αιχμαλωσίας στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού). Το καθεστώς της αιχμαλωσίας ευτέλιζε κάθε έννοια ανθρωπισμού. Αντιμετωπίζονταν ως τρόπαια στους νικητές, που είχαν εξουσία ζωής και θανάτου. Ακόμα και όταν το σώμα δεινοπαθεί και δοκιμάζεται η ψυχή δεν παραδίδεται, επιμένει μέχρις ότου αδράξει την ευκαιρία για σωτηρία.
          Πρωταγωνιστές στις δυο παρακάτω ιστορίες που ακολουθούν είναι δυο Ανωγειανοί στρατιώτες, ο Γρηγόρης Γεωργ. Σαλούστρος και ο Μανόλης Σταυρακάκης ή Μερτζανοζαχαράκης, που υπηρέτησαν στο Μικρασιατικό μέτωπο σε διαφορετικές περιοχές και μονάδες. Οι προφορικές αυτές αφηγήσεις αποτελούν μαρτυρίες αιχμαλώτων, οι οποίες εστιάζονται αποκλειστικά στο δραματικό αγώνα για την επιβίωση τους και μοιάζουν με επεισόδια ενός μεγάλους έπους, όπου η διάκριση ανάμεσα στο συμβάν, τη μυθοπλασία και την ιστορία συμφύονται. Κοινό σημείο  των δυο ιστοριών είναι το αίσιο τέλος της αιχμαλωσίας τους και η επιστροφή τους στα πάτρια εδάφη.
          Ο Γρηγόρης Γεωργίου Σαλούστρος γεννημένος στα Ανώγεια Μυλοποτάμου το 1899 υπηρετούσε ως στρατιώτης στην 11η Μεραρχία και ο οποίος πιάστηκε αιχμάλωτος σχεδόν με το σύνολο της  μονάδας του. Ας δούμε όμως πως μου αφηγήθηκε στις 20 Ιουλίου 1972 με κάθε λεπτομέρεια και αυθεντικό τρόπο, χωρίς διάθεση υπερβολής την προσωπική του περιπέτεια.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ  1
              Κόντευα πια τα είκοσι δύο και ήμουν ο πρωτότοκος γιος μιας πολύτεκνης οικογένειας των Ανωγείων. Ο πατέρας μου, ο Γιώργης,  ήταν σιδηρουργός και όλοι οι χωριανοί μπαινόβγαιναν στο χαρκιδιώ (σιδηρουργείο) μας για να επισκευάσουν τα γεωργικά τους εργαλεία. Τα έσοδα, όμως, από το χαρκιδιώ δεν έφταναν για να θρέψουν τα οκτώ αδέρφια μου και γι΄ αυτό συμπλήρωνε το οικογενειακό εισόδημα κατασκευάζοντας μητάτα (πετρόκτιστα θολωτά καταλύματα βοσκών), πέτρινες κρήνες, νερόμυλους και ανεμόμυλους στην περιοχή του Μυλοπόταμου. Την τέχνη αυτή την ήξερε καλά και ήταν περίφημος κατασκευαστής με αποτέλεσμα να τον αποκαλούν όλοι στο χωριό μας μάστορα. Ήξερε τα μυστικά της πέτρας, όπως κανείς άλλος με αποτέλεσμα να δίνει τεχνικές συμβουλές στους χωριανούς μας. Κοντά του έμαθα την τέχνη με μεγάλο ζήλο και όταν τέλειωσα το δημοτικό σχολείο ήμουν δίπλα του το δεξί του χέρι.
 Όταν έφτασα στα είκοσι άφησα το χαρκιδιώ μας και αποχαιρέτησα τους γονείς και τα αδέρφια μου για να υπηρετήσω τη στρατιωτική μου θητεία. Ευτυχώς για μένα κατατάχτηκα στο κέντρο νεοσυλλέκτων του Ηρακλείου μια μέρα δρόμος με το γαϊδούρι από το χωριό μου. Μια ηλιόλουστη μέρα του Ιούλη στην πρωινή αναφορά του συντάγματος μας ανακοίνωσε ο διοικητής, ότι κατόπιν διαταγής η μονάδα μας επρόκειτο να μεταφερθεί με πλοία στη Μικρά Ασία για να επιβάλουμε την τάξη στην ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης. Νιώσαμε ανάμεικτα συναισθήματα ενθουσιασμού και αγωνίας για το άγνωστο που μας περίμενε στην αχανή Μικρά Ασία. Η διαταγή της αναχώρησης ήταν άμεση έτσι ώστε να μην προλάβουμε να χαιρετίσουμε τους δικούς μας.
Η 11η Μεραρχία που υπηρετούσα αποβιβάστηκε στην προκυμαία της Σμύρνης και με την πάροδο του χρόνου προχωρήσαμε στα βόρεια της Μικράς Ασίας. Οι εκλογές του 1920 άλλαξαν το πολιτικό σκηνικό καθώς ο Βενιζέλος έχασε την κοινωνική απήχηση που είχε με κύριο σύνθημα της αντιπολίτευσης, ότι υπηρετούσαν στο στρατό επί μια εφταετία οι νέοι της Ελλάδας. Οι Σύμμαχοι μας δε μας χρηματοδοτούσαν πλέον και μας άφησαν στο έλεος των Νεότουρκων.
 Η Μεραρχία μας βρέθηκε στα υψώματα πάνω από τα Μουδανιά. Οι Τούρκοι μας είχαν πάρει φαλάγγι και οπισθοχωρούσαμε άτακτα, μέχρι που αιχμαλωτίστηκε ολόκληρη. Δεν υπήρχε διοίκηση, ούτε εφοδιασμός και ο καθένας μας πήγαινε όπου ήθελε, για να σωθεί. Διαλύθηκαν όλοι οι λόχοι και δεν βλέπαμε αξιωματικούς. Στο μέρος αυτό υπήρχαν καλλιέργειες, αμπέλια και οπωροφόρα δέντρα, από τα οποία τρώγαμε διάφορους  καρπούς για να επιζήσουμε. Προχωρούσαμε αποκαμωμένοι  από την κούραση και την πείνα μαζί με το φίλο μου, το Στέφανο στρατιώτη από την ηπειρωτική Ελλάδα αποκομμένοι από τους άλλους  και μου λέει:
         -Γρηγόρη, ήρθε η ώρα που σου έλεγα πριν, να φύγουμε, γιατί σε λίγες ώρες θα μας πιάσουν αιχμάλωτους οι Τούρκοι! Κοίταξε, υπάρχουν καράβια έξω από το λιμάνι των Μουδανιών να μας πάρουν!
         -Εγώ του είπα,  δε φεύγω, γιατί στο χωριό θα πούνε, ότι λιποτάκτησα και δε θέλω να με πούνε δειλό.
         -Μα Γρηγόρη! Δε βλέπεις δεν υπάρχουν αξιωματικοί, διαλυθήκανε οι λόχοι, γίνεται άτακτη υποχώρηση, πάμε να φύγουμε κι εμείς. Του απάντησα ότι δε φεύγω!
          Τότε φιληθήκαμε, αποχαιρετιστήκαμε και ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλο καλή τύχη. Ο φίλος μου πήρε γρήγορα την κατηφόρα για το λιμάνι των Μουδανιών. Όπως έμαθα μετά από χρόνια επιβιβάστηκε αμέσως σε ένα καράβι και επέστρεψε στην Ελλάδα.
          Ο μεγαλύτερος, όμως, αριθμός αξιωματικών και στρατιωτών που παρέμεινε μεταξύ των οποίων και εγώ πιαστήκαμε αιχμάλωτοι. Μαζί με μένα πιάστηκε και ο συγγενής μου Γιώργης Ιωάννου Σαλούστρος ή Φιλιογιώργης.
          Οι Τούρκοι μας έβαλαν σε τετράδες σχηματίζοντας μια μεγάλη φάλαγγα, ενώ οι αξιωματικοί που μας φύλαγαν, ήταν έφιπποι σε άλογα και ο υπεύθυνος μας έλεγε.
          -Θα προσπαθήσω να μη μείνει ούτε σπόρος από σας.
           Ο ήλιος έκαιγε πολύ, είμαστε καταϊδρωμένοι και φρυγάνισαν τα στόματά μας.  Ζητούσαμε από τον Τούρκο αξιωματικό να μας αφήσουν να πιούμε νερό και μας απαντούσε!
         – Σκυλιά ούτε σταγόνα δεν σας δίνω.
          Όσοι είχαν λεφτά, έδιναν στους σκοπούς και έπιναν νερό. Από την πολλή κούραση δε νοιώθαμε πείνα, η δίψα όμως ήταν ανυπόφορη. Το μάτι μας είχε θολώσει, αρκετοί έπεφταν κάτω αναίσθητοι και οι πολίτες τους έπαιρναν στο δάσος και τους εκτελούσαν. Όσοι πάλι έκαναν προσπάθεια να φύγουν οι σκοποί τους σκότωναν και ο λοχαγός μας έλεγε.
          -Εγώ προσπαθώ να σας γλιτώσω και εσείς μου φεύγετε;
           Εμείς φοβηθήκαμε πως θα μας χαλάσουν όλους. Αρκετές μέρες περάσαμε έτσι μέχρι που να φθάσουμε στην Προύσα σε πλήρη εξάντληση. Στην είσοδο της πόλης έστεκε στο δεξιό πεζοδρόμιο ένας χότζας και με μια κάμα που κρατούσε μαχαίρωνε, όποιο περνούσε από μπροστά του. Όλοι έφευγαν προς την αριστερή μεριά του δρόμου για να σωθούν και ο αξιωματικός φώναζε περιφρονητικά!
           -Στις τετράδες! Στις τετράδες!
        -Ποιος ξέρει πόσους μαχαίρωσε και πόσοι από αυτούς πέθαναν. Δεν τον εμπόδισε κανείς Τούρκος αξιωματικός ή αξιωματούχος της πόλης. Οι Τούρκοι  έστεκαν στα πεζοδρόμια, μας πετούσαν καρέκλες, μπουκάλια, ποτήρια και ό, τι άλλο έβρισκαν μπροστά τους από όλες τις μεριές. Μας κτυπούσαν αλύπητα με τις μπαστούνες, μας χλεύαζαν, μας έφτυναν και μας αποκαλούσαν σκυλιά.
          Όσοι απομείναμε ζωντανοί φθάσαμε σε ένα στρατόπεδο της πόλης. Μας έβαλαν στη γραμμή και  μας έδωσαν μισή κουραμάνα σε δυο νομάτους. Το βράδυ μας πήραν ό, τι πολύτιμο είχαμε, δακτυλίδια, ρολόγια, χρήματα, ακόμα και τα χρυσά δόντια μας βγάλανε από το στόμα.
      Μας χώρισαν σε λόχους, ξεχώρισαν τους τεχνίτες, φουρνάρηδες, μαραγκούς, χτίστες, τσαγκάρηδες, μάγειρους, ράφτες και ανέλαβαν αμέσως υπηρεσίες. Οι υπόλοιποι από την επομένη μέρα δουλεύαμε στα τάγματα εργασίας.  Κοιμόμαστε χάμω στο πάτωμα σε μεγάλους θαλάμους χωρίς στρώματα και κουβέρτες και για να ζεσταθούμε το χειμώνα, ήμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο σαν τις σαρδέλες. Η ξεραΐλα, το πολύ κρύο και οι ψείρες δεν μας άφηναν ήσυχους μέρα και νύχτα.  Κάποιος όταν κουραζόμαστε έδινε το παράγγελμα και γυρίζαμε όλοι μαζί από την άλλη μεριά, επειδή  από μόνος του ο καθένας δεν μπορούσε να γυρίσει.
        Οι Τούρκοι μας έπαιρναν τα άρβυλα, τα ρούχα, μέναμε ξυπόλυτοι και ρακένδυτοι.  Τα άρβυλά μου ήταν κάπως καλά και θα μου τα έπαιρναν, εγώ όμως τα έσκισα από τα πλάγια και δε μου τα πήραν. Τα είχα όλο το διάστημα της αιχμαλωσίας μου. Το φαγητό ήταν άθλιο συνήθως ελάχιστα όσπρια μέσα σε ζουμί ή αλεύρι σούπα. Εργαζόμαστε πολύ σκληρά, δεν τρώγαμε και έτσι σιγά-σιγά γίναμε σκελετοί. Ζούσαμε σε μια κόλαση και ο θάνατος για μας ήταν μια λύτρωση. Μοναδική μου παρηγοριά αυτές τις δύσκολες ώρες ήταν οι αναμνήσεις για το χωριό μου, τα αδέλφια μου και τους γονείς μου.
        Κάθε πρωί τρέχαμε σε τετράδες λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη και  φτιάχναμε ένα νέο δρόμο. Για να φτάσουμε όμως στο σημείο της εργασίας περνούσαμε ένα ποτάμι που έτρεχε 30-40 πόντους νερό. Για να μην βρέχονται οι Τούρκοι αξιωματικοί και στρατιώτες που μας συνόδευαν, καβαλίκευαν κάθε φορά  αιχμαλώτους και τους περνάγανε απέναντι. Ένα πρωί με φώναξε ένας Τούρκος αξιωματικός και με καβάλησε. Τότε είπα μέσα μου, «κακό μουλάρι» διάλεξες. Μόλις προχωρήσαμε στο ποτάμι, είπα στους άλλους, θα πέσω στο νερό μαζί του και ας με σκοτώσει, θα λυτρωθώ από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας. Τέτοια ζωή δεν την θέλω. Πράγματι όταν ήμαστε στη μέση του ποταμού παραπάτησα, πέσαμε μαζί στο νερό και γίναμε ολόγροι (μούσκεμα). Σηκώθηκε αγριεμένος ο αξιωματικός, όπλισε το τουφέκι του και με σημάδεψε να με σκοτώσει. Τότε του είπα: -Αμάν, αφέντη, πληγή έχω στο πόδι και του έδειχνα την πατούσα μου. Κατέβασε το όπλο, με κοίταξε περίεργα, ίσως με λυπήθηκε ποιος ξέρει και με άφησε. Μάλλον συμφώνησε με τη γνώμη μου, ότι δηλαδή διάλεξε κακό μουλάρι.
        Οι μέρες δεν περνούσαν εύκολα με όλα αυτά που τραβούσαμε, δουλειά, ελάχιστο φαγητό, ξύλο, στερήσεις και κακουχίες όλα αυτά μας είχαν απογοητεύσει και δεν λογαριάζαμε καθόλου τη ζωή μας.  Η νοσταλγία, όμως, των δικών μας, η επιθυμία της επιστροφής στην πατρίδα μας εγκαρδίωναν. Ένα βράδυ ονειρεύτηκα τον Αι Γιώργη καβαλάρη πάνω σε ένα  κάτασπρο άλογο και μου είπε, ότι θα μας αφήσουν ελεύθερους το μεσημέρι της επόμενης μέρας. Ξύπνησα ενθουσιασμένος και έταξα του Αγίου πέντε οκάδες λιβάνι, να το κάψω όλο μαζί στον περίβολο της εκκλησίας του Αϊ Γιώργη στη Μονή Δισκουρίου στο Μυλοπόταμο.
        Το πρωί  είπα το όνειρο στους άλλους, οι οποίοι άρχισαν να με κοροϊδεύουν, λέγοντάς μου, ότι δεν γίνονται αυτά τα πράγματα Γρηγόρη!
        Πήραμε το δρόμο, φθάσαμε στον τόπο εργασίας και αρχίσαμε τη δουλειά.  Κάθε λίγο μου έλεγε ο συγγενής μου Γιώργης Σαλούστρος ή Φιλιογιώργης.
       -Γρηγόρη πού είναι ο Αι Γιώργης; Δε βγαίνει το όνειρό σου !
       -Εγώ του έλεγα, μη βιάζεσαι θα βγει!
        Λίγο πριν το μεσημέρι είδαμε να έρχεται προς το μέρος μας, ένας έφιππος καλπάζοντας σε ένα άσπρο άλογο. Πήγε στον Τούρκο αξιωματικό και από τις κινήσεις των χεριών του καταλάβαμε, ότι τον παρατηρούσε σε έντονο ύφος. Τον χαιρέτησε στρατιωτικά ο Τούρκος αξιωματικός και έφυγε πίσω τρέχοντας με το άλογο. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να ήταν Τούρκος αξιωματικός  με πολιτικά ή ο έλληνας πρόξενος από την Προύσα. Σε λίγο η σάλπιγγα σήμανε συγκέντρωση, μπήκαμε όλοι στη γραμμή όπως πάντα και αναχωρήσαμε για το στρατόπεδο. Οι φίλοι μου και όσοι άκουσαν το όνειρό μου, λέγανε:
       -Γρηγόρη, το όνειρό σου πάει να γίνει πραγματικότητα!
        Όταν  φθάσαμε στο στρατόπεδο μας ανακοίνωσαν, ότι ήρθε διαταγή να μας απολύσουν, αλλά όχι αμέσως. Μας οδήγησαν στα λουτρά κάναμε μπάνιο, μας απολύμαναν για τις ψείρες και μας έδωσαν καινούρια ρούχα και άρβυλα. Έκτοτε δεν εργαζόμαστε, το φαγητό βελτιώθηκε σημαντικά και η συμπεριφορά τους στο εξής ήταν καλή απέναντί μας. Θα πέρασαν περίπου δεκαπέντε με είκοσι μέρες, είχαμε  κάπως παχύνει και μας άφησαν ελεύθερους. Μας παρέλαβε η Ελληνική Πρεσβεία με τον Ερυθρό Σταυρό και μας μετέφεραν στην Αθήνα με πλοίο.
       Λένε ότι ο Άγιος περιμένει το τάμα σαράντα χρόνια, εγώ το έκανα έστω και καθυστερημένα το 1970. Στον περίβολο της εκκλησίας του Αι Γιώργη στη μονή Δισκουρίου, άναψα πέντε οκάδες λιβάνι και μύρισε η γύρω περιοχή. Ο ηγούμενος Καλλίνικος μου είπε, να μην το κάψω όλο, αλλά να δώσω ένα μέρος για τις ανάγκες της μονής. Του είπα ότι, έταξα στον άγιο πέντε οκάδες, αλλά κρατώ άλλες πέντε οκάδες για το μοναστήρι. Ο ηγούμενος έκανε ειδική λειτουργία στην οποία παρευρέθηκαν αρκετοί Ανωγειανοί και ακολούθησε τραπέζι.
                                    
ΚΕΦΑΛΑΙΟ  2                
         Ο Μανόλης Σταυρακάκης ή Μερτζανοζαχαράκης γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου το 1899. Ο πατέρας του Ζαχαρίας παντρεύτηκε τη Μαριγώ Σκουλά και μετά από τρεις μήνες έφυγε από τα Ανώγεια για να πάει να δουλέψει βοσκός στο  χωριό Στέρνες Μονοφατσίου. Εντωμεταξύ η Μαριγώ ήταν ήδη έγκυος τριών μηνών. Ο Ζαχαρίας στις Στέρνες ήλθε σε προστριβές με έναν Τούρκο με αποτέλεσμα να συνωμοτήσουν οι Τούρκοι εναντίον του και να τον σκοτώσουν. Έτσι, ο Μερτζανοζαχαράκης δυστυχώς δεν είχε την τύχη να γνωρίσει τον πατέρα του. Την ανατροφή του έκτοτε ανέλαβε ο αδελφός της μάνας του και θείος του Μιχάλης Σκουλάς ή Καλκούνης στο χωριό Αρκάδι Μονοφατσίου, ο οποίος του έμαθε γράμματα, τον εμψύχωσε, τον έκαμε πολύ γερό και άφοβο άντρα. Όταν μεγάλωσε έγινε κι εκείνος βοσκός ακολουθώντας την παράδοση του χωριού.
         Από το χωριό Αρκάδι Μονοφατσίου έφυγε, όταν τον κάλεσε η πατρίδα το 1919 να καταταγεί στο στρατό. Στη συνέχεια υπηρέτησε στη Μικρά Ασία στη δύναμη της 5ης  Μεραρχίας (8ο Σύνταγμα Κρητών) με ειδικότητα χειριστής πολυβόλου. Σε όλη τη διάρκεια της θητείας του πολέμησε γενναία, με θάρρος και πάντα προσφέρονταν ως εθελοντής στις δύσκολες αποστολές. Πιάστηκε αιχμάλωτος στις 20 Αυγούστου 1922 μετά τη φοβερή μάχη του Αλή Βεράν μαζί με χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες. Ο Μερτζανοζαχαράκης μαζί με πολλούς Έλληνες στρατιώτες φυλακίστηκαν από τους Τούρκους στο κάστρο του Αφιόν Καραχισάρ.
        Ο χρόνος κυλούσε πολύ αργά και μέσα στο κάστρο πέρασαν αμέτρητα βασανιστήρια, πάνδεινους εξευτελισμούς, πείνα, και ξυλοδαρμούς. Ήταν γυμνοί, ξυπόλητοι, δούλευαν ασταμάτητα κάθε μέρα σε βαριές εργασίες και είδαν πολλές φορές συντρόφους και φίλους να δέρνονται μέχρι θανάτου. Πόσο άραγε μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος σε τέτοιες απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης;
        Ένα βράδυ ξέπνοοι οι αιχμάλωτοι Έλληνες στρατιώτες επέστρεψαν από την τυραννική δουλεία στο κάστρο. Ο καθένας τραβούσε το δρόμο του, να βρει μια γωνιά να κοιμηθεί κάτω στο χώμα, νηστικός και απογοητευμένος. Ξαφνικά στη σιωπή της νύχτας ακούγονται δυνατές φωνές και βρισιές των Τούρκων. Οι Έλληνες τρέχουν γεμάτοι περιέργεια να δουν τι συμβαίνει και βλέπουν αιμόφυρτο τον συγχωριανό  τους Οδυσσέα Σκουλά  κάτω στο προαύλιο του κάστρου, να τον κτυπούν ανελέητα  με λύσσα και απύθμενο μίσος οι Τούρκοι σε όλο το σώμα, με ξύλα, με όπλα, με τα πόδια και ό, τι άλλο είχαν. Ο Μερτζανοζαχαράκης ένιωσε το αίμα του ν΄ ανεβαίνει στο κεφάλι, πετάχτηκε πάνω μονομιάς και χίμηξε στους Τούρκους. Οι σύντροφοι του και κυρίως ο χωριανός του Κώστας Μανουράς ή Ζουρίδης τον συγκράτησαν με δυσκολία θέλοντας να τον προστατέψουν.
        Σε λίγο τόσο οι φωνές των Τούρκων, όσο και του Οδυσσέα λιγόστευαν. Οι αιχμάλωτοι πλησιάζουν και διαπιστώνουν, ότι δυστυχώς ο Οδυσσέας ήταν νεκρός μέσα σε μια λίμνη  αίματος.
        Ο Μερτζανοζαχαράκης συγκλονίστηκε από τον αδόκητο θάνατο του φίλου του και όπως είπε στο ξάδελφο του Γιώργη Σταυρακάκη ή Τσάκαλο, η σκηνή του θανάτου του Οδυσσέα, του έβαλε στο μυαλό την ιδέα της δραπέτευσις.
        Το ίδιο κιόλας βράδυ είπε στους συντρόφους του, ότι θα δραπετεύσει  «και σας το λέω για να μην πείτε πως δε σας το’ πα. Η ζωή μας θα κρεμαστεί σε  μια κλωστή».  Αποφάσισαν τελικά να τον ακολουθήσουν άλλοι δέκα αιχμάλωτοι.
        Η απόφαση της απόδρασης ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα γιατί το τείχος του κάστρου είχε ύψος περίπου δώδεκα μέτρα και υπήρχαν συνεχείς σκοπιές μέρα και νύχτα. Κάτω όμως από ένα σημείο του τείχους υπήρχε ένα μεγάλο δέντρο με αρκετούς κλάδους που θα μπορούσαν να γαντζωθούν. Αποφάσισαν ότι μοναδική έξοδος διαφυγής θα ήταν από την πλευρά του δέντρου. Βρήκαν ευκαιρία να δραπετεύσουν μετά τα μεσάνυχτα και άρχισαν να πηδούν με προφυλάξεις πάνω στο δέντρο τη μοναδική σανίδα σωτηρία τους. Όσοι τα κατάφεραν πιάνονταν σφικτά πάνω του, όπως γαντζώνει το χταπόδι πάνω στο βράχο και κατέβαιναν στο έδαφος ελεύθεροι πια. Δυο αιχμάλωτοι δυστυχώς δεν κατάφεραν να πιαστούν στο δέντρο και άφησαν έξω από το κάστρο την τελευταία τους πνοή. Οι υπόλοιποι δεν έχασαν χρόνο απομακρύνθηκαν αστραπιαία από το κάστρο με κατεύθυνση την Κωνσταντινούπολη, που βρισκόταν πολλά χιλιόμετρα μακριά.
        Οι εννιά πλέον ονομάστηκαν έκτοτε αδέλφια μετά την επιτυχή απόδραση τους και έδωσαν όρκο για κατοπινή αλληλοβοήθεια σε κάθε δυσκολία που επρόκειτο να συναντήσουν. Η κατάσταση τους παρέμενε τραγική καθώς ήταν ξυπόλυτοι, ημίγυμνοι, με κουρελιασμένα ρούχα και χωρίς φαγητό. Βρισκόταν στα ενδότερα της Μικράς Ασίας χωρίς καθοδήγηση σ ένα αφιλόξενο και άγνωστο μέρος. Όμως τους ενδυνάμωνε η αγάπη για τη ζωή και ο πόθος να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Ήταν πια Δεκέμβρης  με βροχές, τσουχτερό κρύο και στα ορεινά που περνούσαν το χιόνι έφθανε τα 80 εκατοστά. Την πέμπτη νύχτα ο Γιώργης Νιπυράκης από τους Στόλους Μονοφατσίου δεν άντεξε τις κακουχίες, αρρώστησε και λιποθύμησε. Τον σήκωσε στους ώμους του ο Μερτζανοζαχαράκης και βάδιζαν σιγά-σιγά οι άλλοι τον συμβούλεψαν να τον αφήσει, αυτός όμως τους είπε, ότι είναι ανανδρία να τον αφήσουν ζωντανό να παίζει το λακί του. Μετά από δυο βράδια ο Νιπυράκης αποκαμωμένος από την εξάντληση και τον πυρετό κατέληξε στα χέρια του Μερτζανοζαχαράκη και εκείνος τον έθαψε μέσα στα χιόνια καρφώνοντας δυο ξύλα σε σχήμα σταυρού.
        Η πορεία δεν είχε τέλος και με μπροστάρη το Μερτζανοζαχαράκη βάδιζαν βόρια με κατεύθυνση την Κωνσταντινούπολη. Τις περισσότερες φορές άφηνε έξω από τα χωριά τους συντρόφους του και πήγαινε μόνος του μέσα σε αυτά, για να βρει κάτι να φάνε έτσι ώστε να επιβιώσουν.
        Ένα βράδυ μπήκε σε ένα χωριό και άφησε «τους αδελφούς του» στη σιδηροδρομική γραμμή. Σε ένα φούρνο βρήκε κουλούρες κρίθινες, τις πήρε και δείπνησαν με την παρέα του. Το φεγγάρι έκανε τη νύχτα μέρα, γιατί ήταν πανσέληνος και τους είδε μια περίπολος από τρεις αστυνομικούς. Τους μίλησε τούρκικα ο Μερτζανοζαχαράκης για να τους παραπλανήσει. Έτσι όπως τους είδαν οι αστυνομικοί ξυπόλητους, ρακένδυτους, τους υποψιάστηκαν και πήγαν κατά πάνω τους. Τότε λέει στην παρέα του να προχωρούν πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή και αυτός θα τους αντιμετωπίσει. Πήρε μια πέτρα στο χέρι του και μόλις τον πλησίασαν, ωσάν αστραπή τους έδωσε από μια στο κεφάλι του καθενός και τους έριξε κάτω. Ο τελευταίος όμως πρόλαβε και φώναξε και ξεσηκώθηκε το χωριό. Τον κυνήγησαν ενώ αυτός έτρεχε προς τη σιδηροδρομική γραμμή, για να φτάσει τους συντρόφους του. Οι αδελφοί του, όμως, άκουσαν τις φωνές των Τούρκων, νόμισαν ότι τον έπιασαν και απομακρύνθηκαν από τη γραμμή του τραίνου, έτσι τους έχασε. Με το πρώτο φως της ημέρας οι Τούρκοι έπιασαν τους εφτά δραπέτες, σκότωσαν τους πέντε και επέστρεψαν στο κάστρο του Αφιόν Καραχισάρ τους δύο. Αυτοί οι δυο επέζησαν και επέστρεψαν αργότερα στην Κρήτη. Ο ένας λέγονταν Χουμαδογιάννης από τον Κρουσώνα και ο άλλος Γιάννης Μπρίνταλος από τα Ανώγεια. Ο αιχμάλωτος Κώστας Μανουράς ή Ζουρίδης  που τους είδε στο κάστρο, είπε, ότι τα κρέατα  τους, ήταν μαύρα από το ξύλο που έφαγαν.
        Μόνος του πλέον ο Μερτζανοζαχαράκης κρύβονταν γύρω από το χωριό δυο βράδια, για να δει μήπως ζούσε κανένας από τους συντρόφους του. Αφού είδε και αποείδε τράβηξε μόνος του το δρόμο του μαρτυρίου. Κατά την πορεία βρήκε ένα τσέρκουλο (λεπτή στενόμακρη λαμαρίνα από ξύλινο βαρέλι) ακονισμένο και το κράτησε ως όπλο. Τις μέρες κρύβονταν με προφυλάξεις, για να μην τον δουν οι Τούρκοι και τα βράδια βάδιζε. Μια νύχτα εκεί που έτρεχε είδε ένα βόδι δεμένο, του έδεσε τα πόδια και με το τσέρκουλο  έκοψε κρέας από τα μεριά και το έφαγε άψητο. Πήρε ακόμη και το δέρμα του ζώου και έφτιαξε πρόχειρα τσαρούχια για να τα φορέσει, γιατί για πολλές μέρες ήταν ξυπόλυτος.
        Η πορεία ήταν δύσβατη και ατέλειωτη, κάποτε έφθασε στον Σαγγάριο ποταμό, συνάντησε μια γέφυρα και έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά κάτω από αυτή, την φύλαγε, όμως, ένας σκοπός. Πήρε φόρα έπεσε πάνω του με δύναμη, τον έριξε κάτω, τον δάγκασε στο λαιμό και τον έπνιξε. Για να επιβιώσει ο άνθρωπος γίνεται ανήμερο λιοντάρι.
         Ο Μερτζανοζαχαράκης βάδιζε χωρίς πυξίδα, άλλοτε σε δάση, άλλοτε σε πεδινά και άλλοτε στα βουνά με χιόνια παρέα με τα άγρια θηρία. Μετά από μερικές μέρες σκληρής και επικίνδυνης πορείας, έφθασε σε μια άλλη γέφυρα. Πιάστηκε στα χέρια με το σκοπό, ο οποίος ήταν πολύ δυνατός και τον έβαλε κάτω, χωρίς να μπορεί να του ξεφύγει. Μόλις ο σκοπός πήγε να βγάλει το ξίφος να τον καρφώσει, βλέπει σαν όραμα το Γιώργη Νιπυράκη που είχε θάψει στα χιόνια. Του δημιουργήθηκε αυτομάτως μια μεγάλη δύναμη, πήρε από τα χέρια του σκοπού το ξίφος και τον έσφαξε. Μόλις σηκώθηκε βλέπει πάλι το Γιώργη Νιπυράκη μπροστά του και του λέει:
        -Εσύ μπρε δεν είσαι ο αδελφός μου ο Γιώργης;
        -Ναι του λέει ο Γιώργης.
        -Πες μου ήντα θα γενώ και πως θα σωθώ;
        -Μη φοβάσαι, σε ακολουθώ και θα βαδίσεις αυτή τη κορυφογραμμή! Και αμέσως  χάθηκε από μπροστά του.
        -Ο Μερτζανοζαχαράκης φωνάζει Γιώργη! Γιώργη! Γιώργη! Αλλά ο Γιώργης δεν εμφανίζεται.
        Ο Μερζανοζαχαράκης τρομαγμένος συνέχισε την πορεία, που του υπέδειξε ο Γιώργης. Ήταν πεπεισμένος ότι το όραμα που είδε ήταν ο Αϊ Γιώργης. Τότε του έκανε ένα τάμα, εάν βρει ζωντανό στο κοπάδι του τον ασπρομάλλη κριό του, να τον πάει  στον Αϊ Γιώργη τον Επανωσήφη και συνέχισε το δρόμο του γεμάτος κουράγιο.
        Μετά από μερικές νύχτες δύσκολες και ατέλειωτης πορείας πάνω στην κορυφογραμμή που του έδειξε ο Γιώργης, έφθασε κοντά σε ένα χωριό. Από εκεί που είχε κρυφτεί, βλέπει ένα άνθρωπο μαζί με ένα κορίτσι περίπου οκτώ χρονών, το οποίο μιλούσε ελληνικά. Ο άνθρωπος αυτός φοβήθηκε έτσι όπως τον είδε μαλλιαρό και ρακένδυτο και ο Μερτζανοζαχαράκης του είπε:
        -Μη φοβάσαι, είμαι Έλληνας αιχμάλωτος και δραπέτευσα από το Αφιόν Καραχισάρ. Ο άνθρωπος του απαντά:
       -Είμαι Έλληνας υπήκοος της Τουρκίας.
       -Αν έχεις ελληνικό αίμα πέφτω στα χέρια σου και σώσε με. Ο άνθρωπος του λέει.
       - Κρύψου μέχρι να σου φέρω ρούχα να αλλάξεις.
       Πράγματι ο Μερζανοζαχαράκης αποσύρθηκε στο πλησίον βουνό, μπήκε μέσα στους θάμνους και κοίταζε μήπως επιστρέψει μαζί με την αστυνομία.
         Κάποτε είδε τον άνθρωπο να έρχεται προς το βουνό κρατώντας στα χέρια του μια τσάντα. Άρχισε να του φωνάζει, αλλά ο Μερτζανοζαχαράκης δεν του απαντούσε, γιατί φοβόταν την προδοσία. Μετά από αρκετή ώρα απελπίστηκε ο άνθρωπος και πήγε να φύγει. Τότε του φώναξε, σμίξανε, του έδωσε να φορέσει μια τούρκικη στολή και μια ρεπούμπλικα. Του είπε να τον ακολουθεί από μεγάλη απόσταση και στο σπίτι που θα έμπαινε ο καλός Σαμαρείτης, θα έμπαινε και αυτός.
         Στο σπίτι του χριστιανού φίλου του έμεινε πέντε μέρες, έφαγε πολύ καλά και ξεθαμπώθηκε από την πείνα. Για να μην κινήσει υποψίες, του είπε ο φίλος του, ότι έπρεπε να φύγει. Τον πήγε στο τραίνο και τον συμβούλεψε να κάνει το βουβό και τον κουφό για να γλιτώσει. Του έδωσε τούρκικα χρήματα και τον προειδοποίησε ότι στη μέση της μεγάλης γέφυρας που θα περάσει γίνεται αυστηρός έλεγχος. Αν τον πιάσουν θα τον γυρίσουν πίσω στο στρατόπεδο και ο αγώνας του δεν θα δικαιωθεί. Αφού τον κατατόπισε με κάθε λεπτομέρεια χαιρετίστηκαν, φιλήθηκαν και χώρισαν.
       Στο τρένο μέσα πήγε πολλές φορές ο εισπράκτορας και τον ρωτούσε, αλλά αυτός έκανε τον κουφό. Πράγματι στη γέφυρα γίνονταν έλεγχος διαβατηρίων και ταυτοτήτων. Πριν έλθει η σειρά του, όπως τον είχε κατατοπίσει καλά ο φίλος του, έκανε ένα δυνατό άλμα και πέρασε τη μέση της γέφυρας. Οι Τούρκοι στο σημείο αυτό δεν είχαν το δικαίωμα να τον πιάσουν και να τον γυρίσουν πίσω.
      Ο Μερτζανοζαχαράκης πέρασε στην Κωνσταντινούπολη και πήγε στο Αγγλικό προξενείο. Τους αποκάλυψε, ότι το σύνταγμα του είναι σώο στο Αφιόν Καραχισάρ και ότι αυτός δραπέτευσε από το κάστρο και έφθασε στην Κωνσταντινούπολη μετά από ενενήντα δυο μέρες κοπιώδους και επικίνδυνης πορείας. Οι Άγγλοι αδυνατούσαν να πιστέψουν αυτά που τους έλεγε, ότι διάσχισε τόσες μεγάλες αποστάσεις, ότι πέρασε τόσους κινδύνους, πως μπόρεσε και άντεξε τόσες κακουχίες, τι τροφές έτρωγε και  πως γλίτωσε από τους Τούρκους. Κάποτε όμως τον πίστεψαν και έστειλαν στο κάστρο τον Ερυθρό Σταυρό για να σώσουν τους αιχμαλώτους. Οι Τούρκοι δεν παραδέχονταν, ότι υπήρχαν στο Αφιόν Καραχισάρ Έλληνες αιχμάλωτοι.
      Ο Άγγλος Πρόξενος πέρασε από ιατρικές εξετάσεις το Μετρζανοζαχαράκη και οι γιατροί αποφάνθηκαν, ότι ήταν υγιέστατος, αλλά εξαντλημένος και υποσιτισμένος. Τον πήγε σε ένα εστιατόριο και κατά την εντολή του γιατρού του έδιναν ζουμερά φαγητά. Την πρώτη μέρα έφαγε εφτά πιάτα φαί και τις επόμενες μέρες έτρωγε αχόρταγα. Στην Κωνσταντινούπολη έμεινε οχτώ μέρες και στάθηκε στα πόδια του για τα καλά. Τελικά ο Πρόξενος τον επιβίβασε σε ένα εγγλέζικο καράβι και τον έστειλε στην Αθήνα.
       Με την επιστροφή του στα Ανώγεια έγινε τρικούβερτο γλέντι που κράτησε τρεις μέρες. Ο Μερτζανοζαχαράκης είχε πολλά πρόβατα στο μαγευτικό οροπέδιο της Νίδας, δεν ζούσε, όμως, ο ασπρομάλλης κριός που είχε τάξη στον Αι Γιώργη τον Επανωσήφη. Έτσι, πήρε το μαύρο κριό που ζούσε και τον πήγε στο μοναστήρι του Αι Γιώργη ανήμερα της γιορτής του για να εκπληρώσει το τάμα του. Ο Μανόλης Σταυρακάκης παντρεύτηκε τη συγχωριανή του την Κρυστάλλη Σκουλά το 1924 και απέκτησαν έξι παιδιά.
        Στο μοναδικό άνθρωπο που εμπιστεύθηκε την απίστευτη ιστορία και την περιπέτειά του, ήταν ο ξάδελφος του Γιώργης Σταυρακάκης ή Τσάκαλος και τον όρκισε να μην πει τίποτα σε κανένα, γιατί δεν ήθελε η ιστορία του να γίνει γνωστή.  Φοβόταν ότι ορισμένοι συγχωριανοί του μπορεί να την αμφισβητούσαν και αυτό θα τον εξόργιζε πολύ.
       Ο Μερτζανοζαχαράκης γλίτωσε από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας, πάλεψε με τα στοιχεία της φύσης και υπέστη τα πάνδεινα τις ενενήντα δύο μέρες του σκληρού αγώνα μέχρι να φθάσει στην Κωνσταντινούπολη. Δεν μπόρεσε, όμως, να ξεφύγει του χάροντα, όταν στις 13 Αυγούστου 1934 έπεσε θύμα πολύνεκρου τροχαίου ατυχήματος στη θέση «Σπηλιάρα» στο Γωνιανό φαράγγι. Το λεωφορείο που εκτελούσε τη γραμμή Κυλιστός - Ηράκλειο, έπεσε στον γκρεμό και σκοτώθηκαν τρεις Ανωγειανοί, ένας από το χωριό Καμαριώτης και αρκετοί τραυματίες.
       Μετά τον αδόκητο θάνατο του Μετρζανοζαχαράκη, ο Τσάκαλος κάλεσε τον πρώτο γιό του, Βασίλη και του διηγήθηκε όλη την ιστορία του πατέρα του. Αδιάψευστοι μάρτυρες της παραπάνω ιστορίας ήταν ο Γιώργης Σταυρακάκης ή Τσάκαλος και ο αιχμάλωτος πρώην σύντροφός του  Κώστας Μανουράς ή Ζουρίδης.-
                                           3 Οκτωβρίου 2015
                                         MΑΝΟΛΗΣ ΔΑΚΑΝΑΛΗΣ


       Στις  Ι0 Ιανουαρίου 2016 πραγματοποιήθηκε από τον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΟΜΙΛΟ ΚΥΠΡΙΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΕΠΟΚ),  η απονομή των βραβείων του 6ου  Παγκόσμιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού προς τιμή της Βίκυς Ζαχαρίου  και Δημητρίου Μανιού.
      Η τελετή της απονομής έγινε στην ιστορική αίθουσα της Εταιρίας Λογοτεχνών Ελλάδας στην Αθήνα, Η οποία ήταν κατάμεστη με κόσμο από την Κρήτη, την Κύπρο, την Καστοριά, την Ξάνθη, τη Γερμανία, την Ευρώπη και από άλλα μέρη της Ελλάδας. Ήταν μια όαση λογοτεχνική, πνευματική, σε αντιδιαστολή της βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα μας από το έτος 2009.
     Στον γράφοντα απονεμήθηκε το Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ  για το διήγημα «ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ».
     Ευχαριστούμε πάρα πολύ τον Πρόεδρο του ΕΠΟΚ κ. Ηρακλή Ζαχαριάδη, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τους κριτές που επιβράβευσαν τις εργασίες μας και όλους που συνέβαλαν, ώστε να πραγματοποιηθεί αυτή η κορυφαία πνευματική εκδήλωση.
     Στο βιβλίο που εξέδωσε  το 2015 ο ΕΠΟΚ με τίτλο ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ  2015, συμπεριελήφθη  το διήγημα-μυθοπλασία του γράφοντα «ΔΙΠΛΗ ΑΠΑΓΩΓΗ» στη σελίδα 257.
      Η ψυχή μας, η σκέψη μας είναι πάντα στραμμένη στην αδελφή μας ΚΥΠΡΟ και το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ  ισχύει για πάντα.-
   



Αίθουσα λογοτεχνών


Τζουγνάκη Μαρία, απαγγελία ποιημάτων


Οικογένεια

Μαρία-Νεφάλη Μαρκοπουλιώτη, τραγουδά Μ.Χατζηδάκη

Γρηγόρης Σαλούστρος

Μερτζανοζαχαράκης

Το μοιραίο λεωφορείο
                                                
                                                            


Aφιόν Καραχισάρ (Διαδύκτιο)









Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΚΑΝΑΛΗΣ ή ΝΤΑΚΑΝΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ



                 ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΚΑΝΑΛΗΣ 
             ή ΝΤΑΚΑΝΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
                      οπλαρχηγός
            Του Δακανάλη Μανόλη πρώην Αγρονόμου
Γιάννης Δακανάλης

       Μετά τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία των οπλαρχηγών στα Ανώγεια και μέχρι την κήρυξη της επανάστασης του 1821 η οποία διαφαίνονταν στον ορίζοντα, ήταν χρόνος προπαρασκευής. Οι δημογέροντες των Ανωγείων μεριμνούσαν για την συγκέντρωση καριοφιλιών, πιστολιών, μαχαιριών, πυρίτιδας και άλλων υλικών τα οποία προμηθεύονταν κυρίως από Σφακιανούς λαθρέμπορους τους γνωστούς μπασαλήδες. Η εκπαίδευση των Ανωγειανών στα όπλα γίνονταν μακριά από το χωριό και τον κόσμο. Ιδιαίτερη προσοχή έδιναν στο τρέξιμο, την πάλη,  τους πήδους, ενώ αρκετοί αναδείχτηκαν σε ωκύποδες, άριστους δρομείς και επικίνδυνους διώκτες των τούρκων.
       Πέρα όμως από την εκπαίδευση των Ανωγειανών στις πολεμικές τέχνες, την προπαρασκευή για τον επερχόμενο αγώνα, τα προβλήματα της καθημερινότητας, είχαν στο κεφάλι τους και διάφορους ενοχλητικούς γενίτσαρους.  Κυρίως στις γιορτές οι γενίτσαροι αυτοί έκαναν επισκέψεις στο χωριό και συνδιασκέδαζαν με τους Ανωγειανούς, πλην όμως πολλές φορές καταχρόνταν της φιλοξενίας των. Τέτοιοι γενίτσαροι ήταν οι Γουσούφηδες του Αμυγδαλιά (Πύργος δίπλα στο χωριό Θεοδώρα του Μυλοποτάμου), ο Δερβίς Αγάς από τις Κούρτες της Μεσαράς και ο Τουτουντζής από το χωριό Βενί του Μυλοποτάμου.
       Ο Βασίλης Σμπώκος ή Σμπωκοβασίλης, με τους προύχοντες του χωριού παπά Μιχάλη Σκουλά ή Ξώπαπα,  Ξετρύπη Σταύρο και το Δακανάλη Μανόλη ή Παπαδομανόλη, αποφάσισαν να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση αθόρυβα και χωρίς να δώσουν αφορμή στον Ορντάν Αγά, που διοικούσε το τάγμα των γενίτσαρων στο Μυλοπόταμο. (Πηγές: απομνημονεύματα γιατρού Γιώργη Δακανάλη σελ. 24-30. Οι Παλαιοί Ανωγειανοί σελ.176-178 του Ορέστη Μανούσου.
      Η αρχή έγινε από τον Τουτουτζή, τον οποίο δοθείσης ευκαιρίας έδειρε βάναυσα ο Σταύρος Ξετρύπης. Τον μετέφεραν στο σπίτι του Χαλή Αγά στην Αξό, όπου και κατέληξε χωρίς να πει τίποτα σε κανένα.
      Ο Γιάννης Δακανάλης ή Ντακαναλογιάννης ήταν γνωστός για τις υπεράνθρωπες σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Ο ίδιος όπως λένε, δεν ήξερε, ότι είχε τόση μεγάλη σωματική ρώμη, νόμιζε ότι όλοι οι άνθρωποι, είχαν την ίδια δύναμη. Κάποια μέρα δυο Ανωγειανοί προσπαθούσαν να φορτώσουν σε ένα ημίονο δυο μεγάλους φάρδους κριθάρι. Φόρτωσαν τον ένα και για υποστήριγμα είχαν βάλει μια χαχαλόβεργα. Προσπαθούσαν από κοινού να φορτώσουν τον άλλο φάρδο, αλλά δεν τα κατάφερναν, γιατί έγερνε το σαμάρι του ημίονου και τους έπεφτε. Τότε ο Ντακαναλογιάννης που έτυχε να περνά από εκεί,  τους έβαλε  να υποβαστάζουν το φορτωμένο φάρδο και αυτός με μια άνετη κίνηση φόρτωσε τον άλλο. Τότε λέει κατάλαβε, ότι είχε παραπάνω δύναμη από τους άλλους. (Αφήγηση Μιχάλη Γεωργ. Δακανάλη ή Μιχαλομιχάλη 1906-1989). 
     Ο Σπωκοβασίλης, ο Ξετρύπης με τους λοιπούς προύχοντες κατέστρωσαν το σχέδιο της εξόντωσης  του Γιουσούφ Αγά, χωρίς να ενοχοποιηθεί το χωριό για το φόνο. Οι τούρκοι συνήθως μόνο όταν τους κτυπούσαν με το όπλο, το έκαναν επίσημα γνωστό, διαφορετικά λόγω εγωισμού δεν έλεγαν τίποτα. Την εκτέλεση του σχεδίου ανέθεσαν στον Ντακαναλογιάννη ως ένας άλλος Ηρακλής.
         Σε ένα τέτοιο γλέντι που διοργάνωσε στην πλατεία Λιβάδι στο Περαχώρι ο Γιουσούφ Αγάς του Αμυγδαλιά, διασκέδαζε όρθιος και οπλισμένος. Δίπλα του έστεκε ο σωματοφύλακας του και παραπέρα  ήταν δεμένη τη φοράδα του. Ενώ το γλέντι βρίσκονταν στο αποκορύφωμα, έφθασε πιωμένος ο Ντακαναλογιάννης, είχε επιδεικτικά το πιστόλι στη μέση του και έκανε τον αφελή.
       Ο Γιουσούφ εξαγριώθηκε βλέποντας το πιστόλι και  του φωνάζει: «Γκιαούρη πως τολμάς  να φέρεις μαζί σου πιστόλι και να παρουσιάζεσαι ενώπιον μου». Ψύχραιμος ο Ντακαναλογιάννης με μια κίνηση σαν να ήθελε να τον αγκαλιάσει, τον έσφιξε δυνατά στα πλευρά. Το μόνο που είπε ο Γιουσούφ ήταν : «τη φοράδα μου» και έπεσε λιπόθυμος. Τον έβαλαν στη φοράδα και έφυγε με το σωματοφύλακά του. Στην τοποθεσία «Ζερβού» κοντά στην Ιερά Μονή Χαλέπας παρέδωσε το πνεύμα  στον Αλλάχ.
       Ως φαίνεται έσπασαν τα πλευρά του με το δυνατό σφίξιμο, κάρφωσαν στα πνευμόνια του και πέθανε από εσωτερική αιμορραγία. Στη συνέχεια μετέφεραν το πτώμα του στον Αμυγδαλιά, όπου το έθαψαν. Ο σωματοφύλακας του είπε στον Ορντάν Αγά, ότι έπεσε από τη σκάλα και έσπασε τα πλευρά του. Τόση μεγάλη ήταν η υπερηφάνεια των εξωμοτών γενίτσαρων, ώστε κρατούσαν τα παθήματα των μυστικά.
       Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα άλλο περιστατικό με το Ντακαναλογιάννη και αξίζει εξιστόρησης. Το 1816  πήγαινε για ψώνια στο Ηράκλειο μαζί  με τον νεαρό γιό του Δημήτρη (αργότερα οπλαρχηγό) και το γέρο Κουτεντέ πατέρα του Γιώργη Κουτεντέ ή Καψάλη, ο οποίος διέσωσε την ιστορία αυτή.
      Ο Ντακαναλογιάννης ήταν έφιππος σε ένα άγιο ίππο χωρίς σέλα, με σκοπό να τον πουλήσει στο Ηράκλειο. Με το άνοιγμα της Χανιόπορτας Ηρακλείου το πρώτο φως της μέρας ο ίππος από την οχλαγωγία, την πολυκοσμία, αγρίεψε πολύ και έδειξε σημεία αφηνίασης. Ο αναβάτης προσπάθησε να τον συγκρατήσει με το χαλινάρι, αλλά το ζώο αγρίευε περισσότερο. Τότε του έδωσε μια δυνατή γροθιά στο κεφάλι και τον έριξε κάτω.
      Τη σκηνή αυτή παρακολουθούσε μια ομάδα τουρκοκρητικών από το πεζοδρόμιο και έμειναν άφωνοι με την υπερβολική δύναμη του χωρικού. Μάλιστα ένας από αυτούς εκδήλωσε το θαυμασμό του. Ένας άλλος εγωιστής και κακεντρεχής μη θέλοντας να αναγνωρίσει τον γκιαούρη, έβαλε στοίχημα με τον άλλο, ότι φεύγοντας από το Ηράκλειο, θα τον περιμένει στο δρόμο, να τον κακοποιήσει.
      Πράγματι το απόγευμα περίμεναν στη Γιόφυρο οι δυο τουρκοκρητικοί,  να περάσει όπως πίστευαν ο ανύποπτος Ανωγειανός. Τους είδε όμως από μακριά ο Ντακαναλογιάννης τους αναγνώρισε και μάντεψε τις κακές τους διαθέσεις. Τότε είπε στο Δημητράκη και το γέρο Κουτεντέ να προχωρούν γρήγορα με τα υποζύγια και αυτός θα τους φτάσει.
      Μόλις τον πλησίασε ο άθλιος και ελεεινός σαδιστής του πρότεινε, να κατεβάσει τη βράκα του. Ο Ντακαναλογιάννης στηριζόμενος στην Ηράκλεια δύναμη που είχε και με την ευφυΐα που τον διέκρινε,  του είπε: « Για το θεό αγά, έλα κάτω από την καμάρα, να μη μας βλέπει ο κόσμος». Ο Ντακαναλογιάννης πήγαινε μπροστά με αργό βήμα σαν να μην συνέβαινε τίποτα και προφασιζόμενος, ότι έλυνε τη βράκα του κάτω από την καμάρα, αυτός την έσφιγγε περισσότερο.  Ο τούρκος είχε πέσει στην παγίδα χωρίς να το καταλάβει και ετοιμάζονταν να προβεί στην ανήθικη πράξη του. Τότε δέχτηκε από το σιδερένιο χέρι του Ντακαναλογιάννη μια δυνατή γροθιά στο σβέρκο και έμεινε άπνους. Στη συνέχεια τον έβαλε μέσα στη βράκα του, την έδεσε από πάνω και τον πέταξε μέσα σε μια κολύμπα  του ποταμού.
       Φεύγοντας από την απέναντι όχθη του ποταμού, του είπε χλευαστικά ο άλλος τούρκος: «Με την υγεία σου Γκιαούρη» και ο Ντακαναλογιάννης του ανταπάντησε: «Ευχαριστώ Αγά». Έτσι με την γρηγοράδα που τον διέκρινε σε ελάχιστο χρόνο απομακρύνθηκε αρκετά. Μόλις συνάντησε την παρέα του, τους διηγήθηκε τον  Ηράκλειο άθλο του. Το γεγονός τούτο έγινε γνωστό στο χωριό και έκτοτε ήταν ο κατεξοχήν δυνατός και ισχυρός άνδρας των Ανωγείων.
       Ο Αμπαδιώτης Δερβίς αγάς ήταν ένας βάρβαρος γενίτσαρος των Κουρτών (Τουρκοχώρι κοντά στον Ζαρό), επισκέπτονταν τακτικά τα Ανώγεια και διασκέδαζε με άλλους αγάδες. Είχε ολόκληρο χαρέμι από κορίτσια και γυναίκες σκοτωμένων χριστιανών, καταπίεζε βάναυσα το χριστιανικό στοιχείο στη Μεσαρά και ήταν πολύ μισητό πρόσωπο σε όλη την Κρήτη. Το δρομολόγιο που ακολουθούσε για τα Ανώγεια, ήταν Κούρτες - Καμάρες - οροπέδιο Νίδας - Ανώγεια. Ο μισητός αυτός γενίτσαρος κάθονταν στο στομάχι όλων των Ανωγειανών, αλλά προπαντός του Βασίλη Σμπώκου ή Σμπωκοβασίλη ο οποίος προΐσταστο  την περίοδο εκείνη της Εθνικής κινήσεως στα Ανώγεια.
         Ο Δερβίσης ήθελε να πάρει τη  Φανή την κόρη ενός Αεράκη από τα Ανώγεια, η οποία ήταν πάρα πολύ όμορφη, με σκοπό να την κλείσει στο χαρέμι του.
         Ο Σμπωκοβασίλης είχε συνδεθεί με τους Λόγιο γιατρό από τον Άγιο Θωμά (αργότερα έγινε Χαΐνης και τιμωρούσε τους γενίτσαρους), τον Χουσεΐν Κουρμούλη (κρυπτοχριστιανό) από τον Κουσέ της Μεσαράς και τους παράτολμους ηρωικούς  χαΐνηδες του Ψηλορείτη  αδελφούς Κωνσταντή και Φραγκιό Λεράτο από τα Βορίζια. Ο Δερβίσης διακρίνονταν για την αφοβία του, είχε σκοτώσει τον πατέρα του Κωνσταντή και Φραγκιού Λεράτου και είχε προσβάλει την αδελφή τους.
         Μια μέρα πληροφορήθηκαν οι παραπάνω  Χαΐνηδες  του Ψηλορείτη, ότι ο  Δερβίσης, θα πήγαινε στα Ανώγεια. Ο Σμπωκοβασίλης, ο Εμμαν. Δακανάλης ή Παπαδομανόλης και οι αδελφοί Κωνσταντής και Φραγκιός Λεράτος πήραν θέσεις στην πηγή της Μηλιάς ή Πέρα Μασχάλι του Σταυρού στο οροπέδιο της Νίδας και περίμεναν το Δερβίση. Τον άφησαν να περάσει με το άλογο του και ανέλαβε να τον εκτελέσει κατά το σχέδιο ο Κωνσταντής. Σε περίπτωση που δεν τα κατάφερνε, θα επέβαινε ο Φραγκιός και αν απαιτούνταν πρόσθετη βοήθεια, θα επέβαιναν  οι άλλοι.
         Στην μονομαχία που ακολούθησε πήρε μια σφαίρα ο Δερβίσης στην αριστερή ωμοπλάτη. Ταμπουρώθηκε πίσω από ένα βράχο και πυροβολούσε τον Κωνσταντή. Όταν τέλειωσαν τα βόλια του χρησιμοποιούσε τα ασημένια νομίσματα (εξάρια) που κρατούσε για τη Φανή, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Δερβίσης πρόλαβε και μπήκε σε μια μικρή σπηλιά και αμύνονταν. Τότε άναψε ξύλα ο Κωσταντής στην είσοδο της σπηλιάς και τον έκαψε ζωντανό. Έκτοτε ονομάστηκε ο Σπήλιος του Δερβίση. (Τα παραπάνω διηγήθηκαν στο γιατρό Γ. Δακανάλη, οι Γιώργης Ν. Κεφαλογιάννης ή Δράκος και ο Βασίλειος Γ. Βρέντζος,  που βρίσκονταν τότε σε ηλικία 85 ετών).     
     Ο άγνωστος ριμαδόρος της εποχής ύμνησε το Λεράτο με το παρακάτω τραγούδι, απόσπασμα του οποίου παραθέτουμε.
………………………
-Κι ο Κωνσταντής του φώναξε από ένα χαρακάκι.
 Ίντα γυρεύεις Δερβίς Αγά σε τούτο το λημέρι,
 που είναι άγριο και αφιλόξενο για το δικό σου ασκέρι;
-Έλα κουμπάρε Κωνσταντή, να κάνουμε  τσιγάρο
 από κείνο τον καλό καπνό που ζάρει και φουμάρω.
-Μα  γω γροικώ Δερβίς Αγά πως δε σε πιάνει μπάλα
 κι ήθελα να σου παίξω μια εις τη ζερβή κουτάλα.
-Αυτά κουμπάρε Κωνσταντή λόγια ναι των ανθρώπων
 ποιόν άντρα μπάλα δεν περνά σε τούτονε τον τόπο!
-Να σου την παίξω θέλω γω και ας πάει η κεφαλή μου
 κι ομπρός μου την εφίλησες μπουρμπά την αδελφή μου.
 Να σε σκοτώσω θέλω γω, με δυο ζευγάρια μπάλες
 που σκότωσες τον κύρη μου κι ήταν σωριά κοκάλες.
 Γυρίζει και ξαμώνει του στο κόκκινο γελέκι
 εκείνη  να τον εύρηκε, γη μπουρμπά και πέφτει.
       Η Φανή γλίτωσε από τα χέρια του αιμοβόρου γενίτσαρου, την παντρεύτηκε ένας Σκουλάς και απέκτησε τον παπά Μιχάλη Σκουλά οπλαρχηγό, ο οποίος το 1867 έσωσε τα Ανώγεια από τη σφαγή των τούρκων.
Γιώργης Δακανάλης
       Γιώργης Ιωάννη. Δακανάλης ή Μπέτσιος οπλαρχηγός: Ήταν γιος του Γιάννη Δακανάλη ή Ντακαναλογιάννη και αδελφός με το Δημήτρη επίσης οπλαρχηγό. Διακρίνονταν για την ανδρεία του, είχε πάρει μέρος σε πολλές μάχες εναντίο των τούρκων και δημιούργησε οικογένεια.
     Ο Χουσεΐν Πασάς υπέταξε τη Μεσαρά, πέρασε στο Μυλοπόταμο, στρατοπέδευσε στο χωριό Μελιδόνι και πολιόρκησε 370 γυναικόπαιδα του χωριού με  30 περίπου πολεμιστές στο μεγάλο σπήλαιο του Μελιδονίου. Η πολιορκία κράτησε περίπου τρεις μήνες με ανελέητους βομβαρδισμούς και ανεπιτυχής εφόδους. Το δράμα των πολιορκούμενων κορυφώθηκε τον Ιανουάριο του 1824, όταν από το άνοιγμα της οροφής του σπηλαίου έριξαν μέσα εύφλεκτες ύλες και έβαλαν φωτιά. Όλοι πνίγηκαν από τους καπνούς ή κάηκαν από τις φωτιές. (Θ. Δετοράκης Ιστορ. Της Κρήτης σελ 340).
        Μετά την τραγωδία του Μελιδονίου ο Χουσεΐν με το στρατό του προέλασε στο Πάνω Μυλοπόταμο. Οι κάτοικοι της περιοχής υποτάσσονταν στον Χουσεΐν, έχοντας ως παράδειγμα το Μελιδόνι.
      Μια ομάδα Ανωγειανών με οπλαρχηγούς τους Γιώργη Δακανάλη ή Μπέτσιο, Γιώργη Σπυθούρη και άλλους επιτέθηκαν κατά της οπισθοφυλακής του πολυάριθμου στρατού του Χουσεΐν και του προξένησαν μικρές απώλειες. Ο Χουσεΐν θεώρησε παράσπονδους τους κατοίκους του χωριού Χώνος, διέταξε την σφαγή των κατοίκων και την πυρπόληση  του χωριού (λέγεται κατόπιν υπόδειξης του τρίτου των Γιουσούφηδων, που ήταν οδηγός του Χουσεΐν). Από τη μεγάλη αυτή σφαγή σώθηκαν δυο μόνο οικογένειες οι Γεμιστοί και οι Βενέτικοι που κατοικούσαν στο Πέρα Μετόχι του χωριού. Τα σπίτια τους ήταν κρυμμένα μέσε σε δάσος από βελανιδιές και διέλαθαν της προσοχής του εχθρού. (Γ. Δακανάλης σελ 35).
        Στη μάχη αυτή του Γενί Γκαβέ όπως ονομάστηκε, έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι οι Ανωγειανοί Γιώργης Δακανάλης ή Μπέτσιος, Γιώργης Σπυθούρης, ένας Κρασάς, δυο Νιώτιδες και άλλοι (Διήγηση Νικολάου Γεωργίου Δακανάλη ή Μιχαλονικολή).
       Δημήτρης Ιωάν. Δακανάλης οπλαρχηγός: Ο Δημήτρης όπως προαναφέραμε ήταν αδέλφια με τον Μπέτσιο. Ο οποίος είχε πλέον ενηλικιωθεί, πήρε τα όπλα, ζώστηκε φυσεκλίκια, έγινε διώκτης των τούρκων  ακολουθώντας το παράδειγμα της οικογένειας των Δακανάληδων και των άλλων Ανωγειανών.
      Κατά το χρονικό διάστημα από το 1824 μέχρι το 1830 έλαβαν χώρα πολλές συγκρούσεις μεταξύ Ανωγειανών και Τούρκων με οπλαρχηγούς τους Ξετρύπη, Γ. Ξυλούρη ή Σουβλή, το Νιώτη, τον Παλμέτη από το Καμαράκι και το Νίκο Καπετανάκη από τη Ροδιά.
      Σε μια συμπλοκή μεταξύ Ανωγεινών, Μαλεβυζιωτών και Τούρκων στην περιοχή του Γαζίου, ο Σταύρος Ξετρύπης καταδίωξε ένα τούρκο ιππέα και τον εκτέλεσε, τον τραυμάτισε όμως ένας άλλος τούρκος. Επίσης τραυματίστηκε βαριά ο Γιάννης Δακανάλης ή Ντακαναλογιάννης, ο οποίος πέθανε αργότερα στο σπήλαιο των Κεντράδων (Φαράγγι των Μαχών). Οι Ανωγειανοί συνέλαβαν αιχμάλωτο  τον επιφανή τούρκο Προβιά από τον Άγιο Σύλλα πατέρα των Ιμπραήμ και Σουλεϊμάν.
      Τον αιχμάλωτο παρέδωσε ο Νιώτης στον οπλαρχηγό Δακανάλη Δημήτρη, να τον εκτελέσει, για να εκδικηθεί τον ηρωικό θάνατο του αδελφού του Μπέτσιου στη μάχη του Γενί Γκαβέ και το βαρύ τραυματισμό του πατέρα του στη μάχη του Γαζίου, εξ αιτίας του οποίου πέθανε αργότερα.
      Τον μετέφερε στα Ανώγεια στο σπίτι του, τον φιλοξένησε και άρχισαν μεταξύ τους μια μεγάλη ειρηνική συζήτηση. Στο τέλος της συζήτησης τον παρακάλεσε ο τούρκος, να του χαρίσει τη ζωή προβάλλοντας διαφόρους λόγους. Ο Δημήτρης ήρεμος πλέον στάθμισε την κατάσταση, προφανώς τον λυπήθηκε και αποφορτισμένος πλέον από τη δύνη του πολέμου του χάρισε τη ζωή. Μάλλον επικράτησαν  στον Δημήτρη οι αρχές του ανθρωπισμού και του άγραφου τότε ηθικού νόμου για τα δικαιώματα των αιχμαλώτων.  Έτσι τη νύχτα τον οδήγησε  στη θέση Κυλιστό για λόγους ασφαλείας και τον άφησε ελεύθερο.
        Οι οπλαρχηγοί Ξετρύπης, Νιώτης και Παλμέτης μόλις πληροφορήθηκαν την απελευθέρωση του τούρκου, κάλεσαν σε ανάκριση τον Δακαναλοδημήτρη. Ο οποίος τους γνωστοποίησε, ότι κατά την κρίση του είχε το δικαίωμα αυτό, αφού και ο ίδιος συμμετείχε στη σύλληψη του τούρκου. Αν τον σκότωνε δεν επρόκειτο να γυρίσουν πίσω οι δικοί του και γι αυτό τον άφησε ελεύθερο. Τη δικαιολογία αυτή την έκριναν σωστή και δεν του επέβαλαν καμιά ποινή.
       Η μεγαλόψυχη αυτή πράξη του Δακαναλοδημήτρη εκτιμήθηκε δεόντως από τον Προβιά και την οικογένεια του και έκτοτε προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες σε Ανωγειανούς και Χριστιανούς.
      Μόλις ηρέμησαν κάπως τα πράγματα, ο Προβιάς ανηφόρισε στα Ανώγεια με τη φοράδα του και ζήτησε να πάρει ένα παιδί από την οικογένεια των Δακανάληδων, να το αναθρέψει χριστιανικά και να το βοηθήσει οικονομικά. Έγινε σύσκεψη μεταξύ της οικογένειας των Δακανάληδων και των προυχόντων του χωριού και αποφάσισαν να του δώσουν τον ορφανό Μανόλη το μικρό γιό του Γιώργη Δακανάλη ή Μπέτσιου.
      Πράγματι τον ανέθρεψε χριστιανικά στο Μετόχι του στον Άγιο Βλάση, του έμαθε γράμματα και του αγόρασε μια μεγάλη περιουσία κοντά στο Κανλί Καστέλλι (Προφήτη Ηλία). Στο γάμο του στα Ανώγεια τον στεφάνωσε ο Προβιάς με χριστιανό αντιπρόσωπο που έστειλε, υπήρχε αυτή η συνήθεια τότε. Πολύ αργότερα ίσως προς τα τέλη του 1800 μετοίκησε στον προφήτη Ηλία ο Μανόλης Δακανάλης με την οικογένεια του και οι απόγονοι του κατέχουν την περιουσία αυτή μέχρι των ημερών μας. (Όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Γ. Δακανάλης , όλη αυτή την ιστορία του τη διηγήθηκε το 1899 ο ίδιος ο Μανόλης Δακανάλης).-

                   Μοίρες   18 Οκτωβρίου 2015

Πηγές: Απομνημονεύματα Γιώργη Δακανάλη γιατρού σελ 20-40.
            Από τη ΒΕΝΕΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ 1996 Μανόλης Δακανάλης σελ.38-74.
            ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ. Θ Δετοράκης σελ 340.
            Οι  Παλαιοί Ανωγειανοί 2007 Ορέστης Μανούσος σελ.176-178.